Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

1/ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ (ΒΗΛΟΥΧΙ Ή ΒΕΛΟΥΧΙ) 2/.0ΞΥΑ - "ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ" 3/. ΠΟΤΑΜΟΣ ΣΠΕΡΧΕΙΟΣ Ή (ΕΛΛΑΔΑΣ) "...οι τ' είχον Φθίην ηδ' Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς..." (Ομήρου Ιλιάς Β. 681-685) Έρευνα-Επιμέλεια κειμένου: Κωναταντίνος Ν. Παπαναγιώτου.

1 . ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ
       (ΒΗΛΟΥΧΙ Ή ΒΕΛΟΥΧΙ)        

Ο Τυμφρηστός είναι ένα από τα ωραιότερα και ιστορικότερα Ελληνικά βουνά. Αποτελεί  συνέχεια της οροσειράς της Πίνδου Νότια των Αγράφων και βρίσκεται στο κέντρο της Στερεάς Ελλάδος, απ’ όπου  διακλαδίζονται όλα τα βουνά της Κεντρικής Ελλάδος. Ο Τυμφρηστός χωρίζει την Ανατολική από την Δυτική Στερεά Ελλάδα και εκτείνεται στα όρια των Νομών Φθιώτιδος και Ευρυτανίας. Η ψηλότερη κορυφή του είναι 2.315 μέτρα και ονομάζεται «Βηλούχι ή Βελούχι». Ανήκει από γεωλογική άποψη στη ζώνη της οροσειράς της Πίνδου και τα κυριότερα πετρώματά του είναι ασβεστόλιθοι, σχιστόλιθοι, και φλύσχης. Υψώνεται με επιβλητική μεγαλοπρέπεια πάνω από την κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού και μαζί με τα «Κοκκάλια» (τον αυχένα– διάσελο που συνδέει τις «Ράχες Τυμφρηστού» με το όρος Οξυά), αποτελούν τον υδροκρίτη της λεκάνης απορροής του Σπερχειού ποταμού και την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των Νομών Φθιώτιδος  και Ευρυτανίας. 
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Τυμφρηστός πήρε το όνομα του από τον γιο του θεού Σπερχειού «Τυμφρηστό» που κατοικούσε στην περιοχή αυτή. Η άποψη των σύγχρονων ιστορικών ερευνητών θέλει το όνομα του να προέρχεται από το σχήμα του και το ύψος του που μοιάζει με «Τύμβο». Όπως είναι γνωστό οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Τύμβο το χωμάτινο ύψωμα, που ύψωναν για να τιμήσουν τους νεκρούς στρατιώτες τους, όπως ο Τύμβος του Μαραθώνα (490 π.Χ) κ.ά. Η δεύτερη ονομασία του Τυμφρηστού «Βηλούχι» (Βελούχι), προέρχεται από την Ομηρική λέξη «Βηλός» που σημαίνει «Ουρανός», δηλαδή βουνό ψηλό που προσεγγίζει τον ουρανό. Ο Δημήτριος Αινιάν στο βιβλίο του, «Άπαντα Απομνημονεύματα Καραϊσκάκη και άλλων Αγωνιστών», σελ. 145, αναφέρει τα εξής: «…Η ονομασία του Τυμφρηστού εδόθη από το ύψος, όπερ αυτός έχει  υπεράνω των άλλων κορυφών της Οίτης και της Όρθρυος, διότι «τύμη», εξ’ ού «Τύμβος», σημαίνει ύψωμα υπεράνω των άλλων πέριξ πραγμάτων. Δεν ηξεύρω αν δεν πρέπει να εικάσωμεν τούτο και από την σημερινήν ονομασίαν αυτού «Βηλούχι» (Βελούχι). Κατά τους αρχαίους η λέξις βηλός εσήμαινε φαίνεται τον ουρανόν: «…Ρίψε ποδός τεταγών από βηλού θεσπεσίοιο...», λέγει ο Όμηρος, αναφέρων την του Ουρανού εκσφεδόνισιν του Ηφαίστου. Είναι άραγε απίθανον άν ωνόμασαν τον Τυμφρηστόν Βηλούχι, ως προσεγγίζοντα δήθεν εις τον  Ουρανόν;…».                                               

Σύμφωνα με τον Στράβωνα (Θ. 433), ο Τυμφρηστός ονομαζόταν και «Δρυοπικόν όρος» όταν κατοικούσαν εκεί οι «Δρύοπες»: «…του δε Σπερχειού μεμνημένος πολλάκις ως επιχωρίου ποταμού τας πηγάς  έχοντος έκ Τυμφρηστού, Δρυοπικόν όρος καλουμένου πρότερον…». Μετά τους «Δρύοπες», εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική περιοχή του Τυμφρηστού, οι «Δόλοπες», οι «Αχαιοί -Φθιώτες» και οι «Αινιάνες», που εγκαταστάθηκαν, περί το 1200 π.Χ στις Παριφές του Τυμφρηστού, σε πόλη ή Όμιλο μικρών οικισμών με την ονομασία "Ομίλαι".      

Η Αγανίκη Αινιάνος (1838 - 1892), που λάτρεψε τον Τυμφρηστό, έγραψε μεταξύ άλλων και τον εξής στίχο: «… Είς τον ωραίον Τυμφρηστόν όπου η φύσις θάλλει, όπου υπάρχουν άγνωστα είς άλλους τόπους  κάλλη, εκεί όπου τα αρχικά εμμένουν έτι ήθη, εκεί όπου ηρωϊκά εισέτι πάλλουν στήθη, όπου παντού απέριττον ευρίσκεις ευφυϊαν και εις πάν σου βήμα απαντάς αγνήν φιλοξενίαν…».                                   

Αλλά και σήμερα η Δημοτική Μούσα, έχει υμνήσει τις ομορφιές του Τυμφρηστού με το άλλο  όνομά του, το «Βηλούχι ή Βελούχι». Οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής γύρω από τον Τυμφρηστό, σε όλες τις εκδηλώσεις χαράς, ανοίγουν τους χορούς τους με δύο τσάμικα που είναι ύμνος στον Τυμφρηστό:  α / «…Γειά σου Βελούχι μου ψηλό με τα ψηλά σου ελάτια, που μπόρες δεν σε σκιάζουνε μήτε Βοριά ινάτια. Ορθώνεσαι περήφανο και χιλιοζηλεμένο, σαν καρτερής την άνοιξη Βελούχι μου γραμμένο και καρτερής να λιώσουνε τα χιόνια από τα πλάγια, να ακούς τα κυπροκούδουνα σα νάχουν κάνει μάγια. Έχω και εγώ κρυφό καημό χαράματα να ανέβω και τις ψηλές κορφούλες σου από πέρα ν' αγναντεύω» (Παπασιδέρης) και  β/ «…Βελούχι μου περήφανο κι’ Οξυά ζωγραφισμένο, λυώσε τα χιόνια γρήγορα να χορταργιάσει ο τόπος, ν’ ανοίξει ο γάβρος κι’ η Οξυά, να σκιώσουν τα λημέρια, να βγούν οι βλάχοι στα βουνά οι Σαρακατσαναίοι, πού'χουν τα λάγια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια». Το όνομα «Βελούχι» μνημονεύεται για πρώτη φορά το 1453, στο «Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως» (στίχοι 770 – 980 ): «…Τα Φάρσαλα, ο Δομοκός, Ζητούνη, Λεβαδία, το να ιδούσι τον Σταυρόν στην ώρα προσκηνούσι, Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι και Πρωτόλιο, Αθήνα, Θήβα, Μέγαρα, Σάλωνα, τ’ άλλα όλα…» [Στο στίχο αυτό παρατηρούμε ότι εκτός από το «Βελούχι», αναφέρεται και η αρχαία πόλη ή περιοχή «Ελλάδα», που ευρίσκετο στην περιοχή του Σπερχειού (ο ίδιος ο ποταμός την περίοδο εκείνη ονομαζόταν "Ελλάδας"). Επίσης, η 'Πάτρα' που είναι η σημερινή 'Υπάτη' και το Πρωτόλιο που είναι το σημερινό 'Πετρίλο' Αγράφων]. 
                          
Ο Τυμφρηστός είναι βουνό της Κεντρικής Στερεάς Ελλάδος και βρίσκεται στη Νότια οροσειρά της Πίνδου. Καταλαμβάνει μεγάλο τμήμα των Νομών Ευρυτανίας και Φθιώτιδος και περικλείεται στα Βόρεια από τα Άγραφα και στα Νότια από τον «αυχένα» που σχηματίζεται στην προέκταση του Τυμφρηστού και ενώνει τον Τυμφρηστό με την Οξυά και τα Βαρδούσια. Ο Τυμφρηστός αποτελεί συνέχεια της οροσειράς της Πίνδου, που κυριαρχεί σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα διασχίζοντάς την εγκάρσια από Βορρά προς Νότο και αποτελεί την «ραχοκοκαλιά» της Ελλάδος και τα όρια της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος (Βλ. Φωτό κάτω).   
                      

Η φωτογραφία αυτή είναι από την οροσειρά της Πίνδου Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα) και  απεικονίζει τον αρχαίο δρόμο που ένωνε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο.  Ο Χάρτης που ακολουθεί είναι του 1858, συνεχίζει την ίδια διαδρομή από τον Τυμφρηστό (Βελούχι) το όρος Οξυά (M'. Oxia), την Ναύπακτο και καταλήγει στην Πελοπόννησο.   
DAVID RUMSEY (ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΡ ΣΥΛΛΟΓΗ)   www. google.com 
Χάρτης του 1858 που απεικονίζει την συνέχεια του αρχαίου δρόμου (Βλ. παραπάνω Φωτό), που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο παρακάμπτοντας τον δυσκολοδιάβατο και επικίνδυνο Σπερχειό ποταμό, καθώς και τα στενά των Θερμοπυλών. Στην αρχαιότητα ολόκληρη η διαδρομή από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι τις Θερμοπύλες ονομαζόταν "Καλλίδρομος", όμως μετά την μάχη με τους Γαλάτες το 279 π.Χ ονομάσθηκε "Κοκκάλια" από τα κόκαλα που υπάρχουν ακόμη και σήμερα στην περιοχή και μόνο ένα τμήμα του "Καλλίδρομου" που βρίσκεται πάνω από τις Θερμοπύλες έχει ακόμη και σήμερα αυτό το όνομα.  Επίσης στο Χάρτη αυτό απεικονίζονται το Βελούχι, το Καρπενήσι, τα Πουγκάκια (Pugaki), η Οξυά (M' - Oxia), κ.α. Σήμερα από το ίδιο σημείο (Ράχες Τυμφρηστού, "Κοκκάλια", Σαράνταινα, Οξυά), διέρχεται το "Ευρωπαϊκό Μονοπάτι Ε΄4" (Βλ. Παρακάτω Φωτό Google image 2014).     

Το Βορειότερο άκρο της οροσειράς της Πίνδου βρίσκεται στο οροπέδιο της Κορυτσάς στη Βόρεια Ήπειρο και το Νοτιότερο άκρο της βυθίζεται στον Κορινθιακό κόλπο. Όλο αυτό το σύμπλεγμα βουνών, κορυφών, υψιπέδων, κοιλάδων, και φαραγγιών, που διασχίζει την ηπειρωτική Ελλάδα με κατεύθυνση Β/Δ – Ν/Α έχει μήκος 230 χιλιόμετρα περίπου και ανώτερο πλάτος 70 χιλιόμετρα. Οι γεωλογικές ανακατατάξεις που συνέβησαν στην περιοχή αυτή αποτυπώθηκαν στο πολυσχιδές ανάγλυφό της. Η οροσειρά της Πίνδου χωρίζεται σε μικρότερες οροσειρές και βουνά, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους από χαράδρες και κοιλάδες ποταμών (Αώος, Άραχθος, κ.ά Βόρεια Πίνδος, Αχελώος, Πηνειός κ.ά Νότια Πίνδος). Τα σημαντικότερα βουνά που αποτελούν την οροσειρά της Πίνδου είναι ο Σμόλικας (υψομ. 2637 μ.), τα Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα, υψομ. 2429 μ.), ο Γράμμος (υψομ. 2520 μ.), ο Λάκμος (υψομ. 2295 μ.), τα Άγραφα (υψομ. 2134 μ.) και ο Τυμφρηστός (υψομ. 2315 μ.). Επίσης, μέρος της Νότιας οροσειράς της Πίνδου θεωρούνται και τα βουνά της Νοτιότερης Ελλάδος όπως η Οξυά (1926 μ), τα Βαρδούσια (υψόμ. 2495 μ.), η Οίτη (2152 μ), η Γκιώνα (υψόμ. 2510 μ.), ο Παρνασσός (υψόμ. 2457 Ελικώνας (υψομ. 1748 μ), η Πάρνηθα (υψομ. 1413 μ.), ο Κιθαιρώνας (υψομ, 1409 μ.) και άλλα μικρότερα βουνά. 
Οι Βόρειες, οι Δυτικές και Ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού καλύπτονται από μεγάλα δάση, σε αντίθεση με τις Νότιες πλαγιές του που είναι απότομες και απογυμνωμένες. Στα Βορειο-Ανατολικά σχηματίζονται πολλά μικρά ορεινά ρεύματα και χείμαρροι που καταλήγουν στον ποταμό Σπερχειό, ενώ από τις Νότιες πλαγιές του καταλήγουν στον ποταμό Καρπενησιώτη. Η χλωρίδα και η πανίδα του Τυμφρηστού είναι όμοια με την χλωρίδα και πανίδα της οροσειράς της Πίνδου. Τα ψηλότερα τμήματα του Τυμφρηστού είναι αποψιλωμένα και διαβρωμένα, στα μεσαία τμήματα υπάρχουν μεγάλα δάση από έλατα και τα χαμηλότερα υψόμετρα είναι καλυμμένα με βαλανιδιές, καστανιές, πουρνάρια, φυλίκια, κ.ά. Η πανίδα και ορνιθοπανίδα του Τυμφρηστού είναι πλούσια. Διαβιούν όλα τα άγρια ζώα και πτηνά που ενδημούν στην οροσειρά της Πίνδου όπως: Λύκος, τσακάλι, αλεπού, λαγός, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, ελάφι, ζαρκάδι, αρκούδα, κουνάβι, ασβός, σκίουρος, νυφίτσα, χελώνα, σκαντζόχοιρος, σταυραετός, χρυσαετός, φιδαετός, γύπας, γεράκια, (πετρίτης, κιρκινέζος, σαϊνης, τσίφτης), μπούφος, κουκουβάγια, κορακοειδή (κόρακας, καρακάξα, καλιακούδα, κάρια, κίσσα), τσαλαπετεινός, συκοφάγος, μπεκάτσα, φάσσα, πέρδικα, τσίχλα, σπίνος, δρυοκολάπτης, κότσιφας, αηδόνι, αετομάχος, ερωδός, σουσουράδα, κ.ά. Επίσης, στην περιοχή του Τυμφρηστού ενδημεί μία ποικιλία ερπετών, από τα πιό γνωστά όπως: Οχιά (όχενδρα, βουνόχενδρα, αστρίτης, σαπίτης), νερόφιδο, λαφιάτης, δενδρογαλιά, τυφλίνος, διάφορα είδη σάβρας (τοιχόσαυροι, λιακόνι, γουστέρα κ.ά), έως τα μοναδικά για την Ελλάδα αμφίβια ερπετά Τρίτωνας (βουνοτρίτωνας) και Σαλαμάνδρα (βροχαλίδα). Ένα μεγάλο μέρος του Τυμφρηστού έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα για τον άνθρωπο και την Βιοσφαίρα της UNESKO καθώς και στο δίκτυο NATURA 2000 (οδηγία 92/43/ Ε.Ο.Κ της 21- 05-1992, για την διατήρηση των οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Επίσης, σύμφωνα με το πρόγραμμα CORINE της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11η Γ & Δ 1991), ο Τυμφρηστός φιλοξενεί ένα σύνολο φυτών και ζώων που συγκροτεί ένα οικοσύστημα μοναδικό στην Ελλάδα και είναι ένας από τους σημαντικότερους βιότοπους στην Ελλάδα (Τυμφρηστός και πηγές του ποταμού Σπερχειού). Τα τελευταία χρόνια ο Τυμφρηστός είναι ένα από τα πιο τουριστικά βουνά της Ελλάδος. Στη θέση "Διαβολότοπος" λειτουργεί ένα πολύ καλά οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο, σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από το Καρπενήσι. Επίσης, στην ίδια περιοχή υπάρχει ένα πολύ καλά εξοπλισμένο ορειβατικό καταφύγιο. 
             
2 . ΟΞΥΑ    (ΔΑΣΟΣ  ΟΞΥΑΣ  «ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ»)
    
Η «Οξυά» είναι ένα μικρό πανέμορφο βουνό της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που βρίσκεται στα όρια των Νομών Ευρυτανίας Φθιώτιδας, Φωκίδας, Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον «αυχένα» που σχηματίζεται στη Νότια προέκταση του Τυμφρηστού και ενώνει τον Τυμφρηστό με τα Βαρδούσια. Στο τέλος του «αυχένα» υπάρχει το νοτιότερο δάσος της οξυάς στην Ευρώπη, από το οποίο πήρε το όνομα του αυτό το πανέμορφο βουνό (Βλ. Φωτό κάτω).


[Η ψηλότερη κορυφή του όρους Οξυά είναι η «Σαράνταινα», που φθάνει τα 1926 μέτρα. Το όνομα «Σαράνταινα» προέκυψε από την δραματική κατάληξη μιας γαμήλιας πομπής (συμπεθεριό), που είχε ξεκινήσει από κάποιο κοντινό χωριό και κατευθυνόταν σε άλλο γειτονικό χωριό, προκειμένου να παραβρεθεί σε γαμήλια τελετή. Στο σημείο αυτό, που είναι το ψηλότερο σημείο της Οξυάς, η πομπή έπεσε επάνω σε ξαφνική χιονοθύελλα και δυστυχώς γι’αυτή έγινε το τραγικό μνήμα της. Από τον αριθμό των σαράντα ατόμων που χάθηκαν μέσα στη χιονοθύελλα πήρε το όνομα ολόκληρη η κορυφή της Οξυάς «Σαράνταινα»]. 
                                       

Στο ίδιο σημείο του «αυχένα» υπήρχε ένα μεγάλο σταυροδρόμι του αρχαίου δρόμου, που συνέδεε την Ήπειρο και Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο και διακλαδιζόταν προς διάφορες κατευθύνσεις. Συγκεκριμένα, υπήρχε η σύνδεση της Νότιας πλευράς του Σπερχειού ποταμού, που ξεκινούσε περίπου από το σημερινό χωριό Παλαιοβράχα και δια μέσου της Κουτσούφλιανης, Γαρδικίου, «Σαράνταινας» έφθανε στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας και της Ευρυτανίας (Άμπλιανη, Κρίκελλο, Δομνίστα, Λεύκα (Παλούκοβα), Αράχοβα, Ζελίστα κ.ά. Επίσης, στο όρος Οξυά και συγκεκριμένα στη θέση "Σαράνταινα"(Βλ. Φωτό επάνω), διακλαδιζόταν ο αρχαίος δρόμος, προς την Οίτη, την Βοιωτία, την Αττική, τους Δελφούς και την Ναύπακτο. Υπήρχαν δηλαδή δύο μεγάλα σταυροδρόμια, το ένα στο ξεκίνημα του «αυχένα» που βρισκόταν στις Ράχες Τυμφρηστού και συνέδεε τη Βόρεια πλευρά του Σπερχειού ποταμού με την Ήπειρο, την ορεινή Θεσσαλία και την Δυτική Ελλάδα (Αμβρακικό κόλπο, Ιόνια νησιά κ.λ.π) και το άλλο που βρισκόταν στο όρος Οξυά κοντά στην "Σαράνταινα" και συνέδεε την Νότια πλευρά του Σπερχειού ποταμού με την υπόλοιπη Ελλάδα (Φωκίδα, Βοιωτία, Εύβοια, Αττική,  Ναύπακτο, Πελοπόννησο). 

Για τον λόγο αυτό η κορυφογραμμή, από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι το όρος Οξυά, ήταν το πιο στρατηγικό σημείο της Κεντρικής Ελλάδος. Ήταν ουσιαστικά η παράκαμψη του Σπερχειού ποταμού, όταν αυτός ήταν δυσκολοδιάβατος και επικίνδυνος και η πιο ασφαλής διαδρομή για όσους ήθελαν να μετακινηθούν από Βορρά προς Νότο και αντίστροφα. Στην παρακάτω τρισδιάστατη δορυφορική φωτογραφία της Google image 2014 απεικονίζει το τμήμα του αρχαίου δρόμου που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο 
και συγκεκριμένα το τμήμα από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι το όρος Οξυά - "Σαράνταινα" (Βλ. Κόκκινη γραμμή), σήμερα από το ίδιο τμήμα του δρόμο διέρχεται το Ευρωπαϊκό Μονοπάτι Ε. 4 . Επίσης, στον επόμενο Χάρτη (του 1858) που ακολουθεί, απεικονίζεται η ίδια διαδρομή από το Βελούχι, Καρπενήσι, Πουγκάκια (Pugaki) τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι το όρος Οξυά (M'. Oxia). 


Σε διάφορα σημεία των δύο παράλληλων διαδρομών κατά μήκος του Σπερχειού ποταμού (τόσο από την Βόρεια πλευρά όσο και από την Νότια), υπήρχαν σταθμοί εξυπηρέτησης για τους αγωγιάτες και τους ανθρώπους που ήθελαν να μετακινηθούν από περιοχή σε περιοχή, αλλά και χώρος σταυλισμού για τα μεταφορικά μέσα (αλογομούλαρα), οι οποίοι ονομάζονταν Πανδοχεία στην Ελληνική γλώσσα και «Χάνια» στην Τουρκική (han). H λέξη «Χάνι» προέρχεται από την Περσική λέξη (khaane) και σημαίνει σπίτι, ξενώνας (επειδή στους ξενώνες αυτούς σταυλίζονταν και τα καραβάνια με τις καμήλες (στα Αραβικά χάνια ονομάζονταν και «καραβάν-σεράϊ»). Από την λέξη «Χάνι» προέκυψε αρχικά το παρωνύμιο «Χανιτζής» και στη συνέχεια από το παρωνύμιο αυτό προέκυψε το επώνυμο «Χατζής». Η κατάληξη «τζής» στην αραβική και την τουρκική γλώσσα είναι προσδιοριστκό του επαγγέλματος, όπως για παράδειγμα καφετζής, σοφαντζής, πατοματζής, κ.λ.π. Τα Πανδοχεία-«Χάνια» ήταν τα Ξενοδοχεία ύπνου και φαγητού εκείνης της εποχής για τους αγωγιάτες και τους περαστικούς ανθρώπους και σταύλοι για τα αλογομούλαρα που μετέφεραν τους ανθρώπους, καθώς και τα εμπορεύματα. Από την Βόρεια πλευρά του Σπερχειού ποταμού και συγκεκριμένα από την Λαμία μέχρι το μεγάλο σταυροδρόμι στις Ράχες Τυμφρηστού (που διερχόταν ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο, αλλά και μέχρι το Καρπενήσι), υπήρχαν αρκετά Πανδοχεία-«Χάνια». Ενδεικτικά αναφέρω μερικά από αυτά: Του Χάντζου του Αρχάνι, του Κουτσαβδή, του Σκαργιώτη, και του Παπανικολάου στη Μακρακώμη, του παπα-Σακελλάρη στη Βίτωλη, του Γεωργαντά, του Πατρίκαλου και του Θεοδοσόπουλου στον Άγιο Γεώργιο, του Φώτη Πανέτσου, του Πλατανιά και του Σακελλάρη στην Μεγάλη Κάψη κ.ά. Από την Νότια πλευρά του Σπερχειού ποταμού και συγκεκριμένα από την Παλαιοβράχα μέχρι το Γαρδίκι Ομιλαίων και στη συνέχεια μέχρι την «Σαράνταινα», που ήταν το άλλο σταυροδρόμι του αρχαίου δρόμου που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο, καθώς και τα χωριά της Ευρυτανίας και της ορεινής Ναυπακτίας, υπήρχαν επίσης αρκετά Πανδοχεία – «Χάνια», ενδεικτικά αναφέρω μερικά: Του Κωνσταντίνου Κόντη και του Αριστείδη Μπαρτσώκα στον «Άμπλα» (σημερινά θερμά λουτρά της Παλαιοβράχας), του Αθανασίου Λάγιου, του Αριστείδη Κούκουνα και του Δημητρίου Μαλαβέτα στα Καμπιά, του Ανδρίτσου στη θέση «Πουρνάρι» κ.ά. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Γαρδίκι Ομιλαίων (στη Βόρεια πλευρά του χωριού), κατά μήκος της διαδρομής υπήρχαν τουλάχιστον έξι Πανδοχεία («Χάνια»). Πρώτο ήταν του Στεργιάκη (στη σημερινή διασταύρωση με το Παλαιοχώρι), δεύτερο ήταν του Θεμιστοκλή Παπαστάμου, τρίτο του Φλώρου, τέταρτο του Αθαν. Καλόγηρου, πέμπτο του Γεωρ. Ραχούτη, κοντά στον αλευρόμυλο και τελευταίο του Δημάκη (λίγο πριν την κορυφογραμμή απ’ όπου διερχόταν ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο). Το Γαρδίκι ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν από την δύσκολη διαδρομή που έπρεπε να διανύσουν οι αγωγιάτες με τα εμπορεύματα που μετέφεραν σε διάφορες περιοχές καθώς και οι άνθρωποι που ήθελαν να μετακινηθούν από περιοχή σε περιοχή. Για το λόγο αυτό το Γαρδίκι αποτελούσε σημαντικό σταθμό διανυκτέρευσης και υπήρχαν αρκετά Πανδοχεία («Χάνια»).  
       
Στην αρχαιότητα αυτός ο ασφαλής δρόμος, από τις Ράχες Τυμφρηστού έως την Οίτη και εν συνεχεία πάνω από τις Θερμοπύλες στο Μαλιακό κόλπο, ονομαζόταν «Καλλίδρομος». Μετά τη μάχη με τους Γαλάτες το 279 π.Χ, το τμήμα αυτό του αρχαίου δρόμου, αλλά και ολόκληρος ο «αυχένας» από τις "Ράχες Τυμφρηστού" μέχρι το όρος "Οξυά" ονομάσθηκε «Κοκκάλια», από τα  κόκαλα  που  υπάρχουν  ακόμη και σήμερα στο πεδίο της μάχης. Βλ. Φωτογραφίες από επιφανειακές αρχαιότητες. 1/. Μια χούφτα κόκαλα θρυμματισμένα και ασπρισμένα από το πέρασμα του χρόνου 2. Ένας αμφίστομος πέλεκυς 3/ Δύο Σιδερένιες φυλλόσχιμες αιχμές δοράτων (μήκος 0,28 και 0,20) επιθετικά όπλα της Κλασικής Περιόδου, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης και παραδόθηκαν στην ΙΔ΄Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Λαμίας (ΙΔ΄Ε.Π.Κ.Α Λαμίας).    
       
Το αρχαίο όνομα «Καλλίδρομος» παρέμεινε, μέχρι σήμερα, μόνο σε ένα μικρό τμήμα του αρχαίου δρόμου που βρίσκεται πάνω από τις Θερμοπύλες. Επίσης, εκείνη την περίοδο το όνομα του Καρπενησίου ήταν «Καλλιδρομή», το σημερινό όνομα Καρπενήσι δόθηκε αργότερα από τους Σλάβους (Εγκ. Δρανδάκη, Τ. Β΄, σελ. 897, λ. Αιτωλία). Αλλά και ο Δήμος Ευρυτάνων, όταν σχηματίσθηκε με το Β.Δ την 18ην (30) Σεπτεμβρίου 1836, ονομάσθηκε «Δήμος Καλλιδρομιτών» και είχε έδρα την «Ευρυτανή», σημερινό Κρίκελλο (Βλ. Φωτό Γ.Α.Κ.). Από αυτή την ορεινή φυσική διάβαση, με το εξαιρετικό Τοπίο Φυσικού Κάλλους, έγινε η εξάπλωση των αρχαίων Ελληνικών φύλων σε όλη την Ελλάδα (Δρύοπες, Αρκάδες, Αχαιοί, Γραικοί, Σελλοί ή Ελλοί, Αινιάνες, Αιτωλοί, Δωριείς κ.ά).
              
Τα πολλά νερά που συγκεντρώνονται από τις πηγές που υπάρχουν σε όλο τον «αυχένα» που συνδέει τον Τυμφρηστό με το όρος  Οξυά, σχηματίζουν έναν από τους μεγαλύτερους παραποτάμους (χειμάρρους) του Σπερχειού ποταμού, τον «Ελληνα ή Ρουστιανίτη». Επίσης, από το όρος Οξυά πηγάζει και ένας άλλος μικρότερος παραπόταμος του Σπερχειού ο «Ίναχος», που μαζί με τον «Σμοκοβίτη» που πηγάζει από τα Βαρδούσια και την Οίτη, ενώνεται με τον Σπερχειό ποταμό στο ύψος του σημερινού οικισμού Καστρί. Στην αρχαιότητα ο «Ίναχος» κατέληγε στην Θάλασσα, διότι ο Μαλιακός κόλπος έφθανε μέχρι το σημερινό Καστρί. Από το σημερινό χωριό Καστρί που είχε τις εκβολές του ο αρχαίος ποταμός Σπερχειός μέχρι το σημερινό χωριό Φτέρη ήταν πλωτός και κοντά στο σημερινό χωριό Φτέρη σχηματιζόταν μια μικρή παραποτάμια λίμνη όπου έδεναν τα μικρά πλοιάρια 



Βόρεια του οικισμού Φτέρη Φθιώτιδος και απέναντι από τον οικισμό Βίτωλη Φθιώτιδος (επί της κοίτης του ποταμού Σπερχειού), ορθώνεται ένας απότομος λόφος όπου διασώζονται λείψανα αρχαίου φρουρίου. Η θέση αυτή ονομάζεται "Καστρορράχη" και υπάρχουν διάσπαρτα επιφανειακά ευρήματα όπως μεγάλα τμήματα πιθαριών και κεραμιδιών, καθώς και όστρακα της τοπικής κοκκινωπής κεραμικής που χρονολογούνται στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή. Επίσης, στην ίδια θέση έχουν βρεθεί παλαιότερα και όστρακα της Νεολιθικής Εποχής. Η περιοχή που βρίσκεται πλησίον της "Καστρορράχης", ονομάζεται "Λίμνη ή Σκάλα". Την ονομασία αυτή την διατήρησε από την αρχαιότητα, όταν ο Σπερχειός ποταμός ήταν πλωτός και στη θέση αυτή υπήρχε παραποτάμια λίμνη όπου  έδεναν τα καράβια, όπως μαρτυρούν οι χάλκινοι κρίκοι που βρέθηκαν στη θέση αυτή. Η παράδοση αναφέρει ότι  στην περιοχή αυτή βρίσκονταν οι λιμενικές εγκαταστάσεις και τα ναυπηγεία των Μυρμιδόνων στρατιωτών του Αχιλλέα. Επίσης η παράδοση αναφέρει ότι στα ερείπια του φρουρίου της "Καστρορράχης" βρέθηκε παλαιότερα μεταξύ άλλων και ένα ξίφος, που ο απλοϊκός λαός το ονόμασε "ξίφος του Αχιλλέα". Σε γειτονικό λόφο που ονομάζεται "Μηλορράχη",έχει βρεθεί Νεολιθική κεραμική και σύμφωνα με την αρχαιολόγο της ΙΔ΄ Ε.Π.Κ.Α Φανουρία Δακορώνια υπήρχε εκεί Νεολιθικός οικισμός. Η τοποθεσία έχει ανακηρυχθεί αρχαιολογικός  χώρος, σύμφωνα με την υπ' αρίθ. 8945 / 23 - 8 - 1961 Απόφαση της Νομαρχίας Φθιώτιδος (Φ.Ε.Κ 389/ Β΄ 23 -8- 1961). Σήμερα η θέση "Καστρορράχη" και η ευρύτερη περιοχή ταυτίζεται με την αρχαία πόλη των Αινιάνων "Σπέρχεια", η οποία καταστράφηκε το 198 π.Χ από τους Αιτωλούς.  
 
Στο βιβλίο του ιστορικού ερευνητού Ταξιάρχου Τσιόγκα, «Ταξιδεύοντας στο χρόνο» ΦΘΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής: Στον «αυχένα» που συνδέει το όρος Τυμφρηστός με το μικρότερο όρος Οξυά και στην ευρύτερη περιοχή που περικλείεται μεταξύ των σημερινών οικισμών: Αρτοτίνα, Ανατολή, Μάρμαρα, Περιβόλι, Καμπιά, Κανάλια, Πίτσιον, Μυρίκη, Αγ. Βλαχέρνα, Σκουροχώριον, Προυσός, Γρακάς, Κλεπά, Καλλονή, Αρτοτίνα,  κατοικούσαν οι "Γραικοί" και  είχαν την έδρα τους σε μία περιοχή Δυτικά του σημερινού Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος που έχει την ονομασία «Σελλάκια ή Σουλλάκια»

Για την έδρα των "Γραικών" δεν υπάρχουν στοιχεία - ευρήματα που να το αποδεικνύουν, όμως οι Αινιάνες που κατοικούσαν στην περιοχή αυτή από το 1200 π.Χ σε πόλη ή όμιλο μικρών οικισμών με την ονομασία "Ομίλαιι" ονομάζονταν Δωδωναίοι Έλληνες Σελλοί Ελλοί και σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ,8,2) εγκαταστάθηκαν στις πηγές του Σπερχειού επειδή ο χώρος αυτός είχε συνδεθεί με την τύχη της φυλής τους . Πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και μάλιστα υπερηφανεύονταν γι'αυτό (... όντες εκ καθαρότατου Ελληνικού αίματος άτε καταγόμενοι από του Αχιλλέως.." Επίσης ισχυρίζονταν ότι ήταν από τους ιδρυτές της πρώτης Αμφικτυονίας, που έγινε στο Ναό της Δήμητρας στην Ανθήλη Φθιώτιδος και είχαν περιληφθεί από τον ίδιο τον Αμφικτύονα γιο του Δευκαλίωνα. Τον 3ον αιώνα π.Χ το "Κοινόν των Αινιάνων" απέστειλε στους Δελφούς "Πυθαϊδα γυναίκα αμέμτου ηθικής.." που είχε και τους δύο γονείς της εν ζωή για να προσφέρει υπό του Προξένου τους θυσίες σε εστία εντός του Ιερού Ναού του Πυθίου Απόλλωνος προς τιμήν του γιου του Αχιλλέα Νεοπτόλεμου: "..Πυθαϊδα πέμπουσιν Αινιάνες Νεοπτολέμου Αχιλλέως..."(Ιστ. Ηλιόδωρος 3ος αιώνας). [Επειδή ο «αυχένας» αυτός είναι στην ουσία προέκταση του Τυμφρηστού, στην παρούσα έρευνα ονομάζεται «Στις Παρυφές του Τυμφρηστού» και γίνεται εκτενής αναφορά σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Επίσης, τα «Σελλάκια ή Σουλλάκια» αναφέρονται σε ξεχωριστό Κεφάλαιο (www. paleochori. gr)]


3.    ΣΠΕΡΧΕΙΟΣ   ΠΟΤΑΜΟΣ  (ΕΛΛΑΔΑΣ)        

Στα όρια των Νομών Φθιώτιδος και Ευρυτανίας και συγκεκριμένα στις Ανατολικές «Παρυφές του Τυμφρηστού» έχει τις πηγές του ο Σπερχειός ποταμός. Διανύει μια διαδρομή 86 χιλιομέτρων περίπου, εξ’ ολοκλήρου στο Νομό Φθιώτιδος. Έχει λεκάνη απορροής 1670 τετραγωνικά χιλιόμετρα και εκβάλλει στον Μαλιακό κόλπο, Δυτικά του χωρίου Ανθήλη και Βόρεια των Θερμοπυλών, σχηματίζοντας πελματοειδές δέλτα με χαμηλές βαλτώδεις ακτές. Είναι πλούσιος σε φερτά υλικά και εύφορη γη, με αποτέλεσμα να προσχώνει τη λεκάνη του και να προεκτείνει το δέλτα του συνεχώς, μειώνοντας έτσι σε επιφάνεια και σε βάθος τον Μαλιακό κόλπο. Από το 480  π.Χ μέχρι  σήμερα, το  στενό των Θερμοπυλών (όπως το περιγράφει ο Ηρόδοτος), έχει αναπτυχθεί καλύπτοντας επιφάνεια 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων και έχει  επιμηκύνει την κοίτη του Σπερχειού ποταμού κατά 11 έως 12 χιλιόμετρα.
                       

Η ταχύτατη αύξηση του δέλτα του Σπερχειού ποταμού έχει υπολογισθεί, από το 1852 μέχρι το 1970, σε 0,13 τετραγωνικά χιλιόμετρα ετησίως. Σε νεότερη έρευνα που πραγματοποίησε το Εργαστήριο Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τα αποτελέσματα της οποίας ανακοίνωσε ο Διευθυντής του εργαστηρίου Δημήτριος Κωτούλας, στο Πανελλήνιο  Δασολογικό Συνέδριο που έγινε στη Λαμία το 1991), διαπιστώθηκε ότι κατά την 12ετή περίοδο 1958 - 1970, το δέλτα του Σπερχειού στην περιοχή της κοίτης εκτροπής, επεκτάθηκε στο θαλάσσιο χώρο  κατά 2 χιλιόμετρα, ενώ το βάθος της θάλασσας σε απόσταση 1020 m από το δέλτα περιορίστηκε  μόνο σε 0,80 m. Με την ταχύτητα αυτή υπολογίζεται ότι ο Μαλιακός κόλπος σε 300 - 400 χρόνια περίπου, θα καλυφθεί από τις προσχώσεις του Σπερχειού ποταμού. Κατά την ροή του ο Σπερχειός ποταμός, εκτός από τους δύο κύριους παραποτάμους του, τον «Μαυριλιώτικο», που έχει τις πηγές  του στις απότομες πλαγιές του Βελουχιού και τον «Έλληνα ή Ρουστιανίτη», που έχει τις πηγές του στον αυχένα «Κοκκάλια», δέχεται τα νερά πολλών μικρών παραποτάμων, σπουδαιότεροι των οποίων  είναι ο Ίναχος (που έχει τις πηγές του στο όρος Οξυά), ο Δύρας (Γοργοπόταμος), ο Μέλας (Μαυρονέρια) και ο Ασωπός (Καρβουναριά). Η μέση ετήσια απορροή του Σπερχειού είναι 743 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, με μέγιστη τιμή τον Ιανουάριο και ελάχιστη τον Αύγουστο.  


Στην αρχαιότητα ο Μαλιακός κόλπος έφθανε περίπου μέχρι το σημερινό Λειανοκλάδι, η Λαμία ήταν παραλιακή πόλη. (Σ/Σ Το Λειανοκλάδι γράφεται με (ει) διότι η λέξη προέρχεται από το λειαίνω - γυαλίζω και όχι από το λιανός). Από την περιοχή του Λειανοκλαδίου μέχρι τη θέση «Καστρόρραχη» της Φτέρης ήταν λιμνοθάλασσα και οι κάτοικοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους με πλωτά μέσα. Στην θέση «Καστρόρραχη» Φτέρης, βρέθηκαν παλαιότερα από κατοίκους της περιοχής χάλκινοι κρίκοι οι οποίοι ήταν στερεωμένοι στα βράχια και προφανώς χρησιμοποιούνταν για να δένουν τα πλοιάρια. Ακόμη και σήμερα η περιοχή αυτή, που είναι μία εύφορη πεδιάδα (κάμπος της Φτέρης και της Λευκάδας), ονομάζεται «Λίμνη» (Βλ. Σχεδιογράφημα κάτω). Οι φερτές ύλες και η έφορος γη που μεταφερόταν από τους ορεινούς όγκους εξαφάνισαν την λιμνοθάλασσα ακόμη και σε περιοχές που πριν ήταν θάλασσα με μεγάλο βάθος, όπως στο ύψος μεταξύ της Ηράκλειας και των Θερμοπυλών. (Πλησίον της θέσης όπου ευρίσκετο η Ηράκλεια παλαιότερα ήταν η αρχαία πόλη «Τραχίνα» που σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν παραλιακή πόλη). Στους ιστορικούς χρόνους η θάλασσα στην περιοχή αυτή είχε εξαφανισθεί και υπήρχε μόνο μία λίμνη και έλος  (Βλ. παρακάτω Σκαρίφημα από βιβλίο, σελ. 174, του Ταξιάρχου Τσιόγκα), που αναφέρονται οι πηγές του Σπερχειού με τους δύο παραποτάμους του τον Έλληνα¨ή Ρουστιανίτη" που πηγάζει από τα σημερινά "Κοκκάλια" και τον "Σκάμανδρο ή Μαυριλιώτη" που πηγάζει από τις Ανατολικές πλευρές του Τυμφρηστού κοντά στο σημερινό χωριό Παλαιόκαστρο.   .  .
Σύμφωνα με τον Παυσανία, στη μάχη που έγινε μεταξύ των Ελλήνων και των Γαλατών το 279 π.Χ, στο ύψος της Ηράκλειας, τα νερά του Σπερχειού σχημάτιζαν λίμνη και έλος: «… καθώς θα διέβαινον τον ποταμόν και μάλιστα εκεί όπου ο Σπερχειός ηπλώνετο εις μεγαλυτέραν  έκτασιν  της  πεδιάδος  και  εσχημάτιζεν  έλος  και  λίμνην.  Οι  Κελτοί  λοιπόν  διέβησαν  την  νύκτα  το  λιμνώδες τμήμα  του  ποταμού  κολυμβώντες  κατά  τον  εξής  τρόπον:  Τα όπλα τους, δηλαδή τας Κελτικάς ασπίδας, τα μετέτρεπε καθένας εις σχεδίαν, οι δε υψηλότεροι από αυτούς  ηδυνήθησαν να  διαβούν τον  ποταμόν  βαδίζοντας  μέσα  εις  το  ύδωρ.  Οι  Έλληνες  που  ήσαν εις τον Σπερχειόν, όταν έμαθαν ότι  τμήμα του βαρβαρικού στρατού διέβη τον ποταμόν εκεί όπου ήτο το έλος επέστρεψαν αμέσως εις το στράτευμα ο δε Βρέννος διέταξε τους κατοικούντας γύρω από τον Μαλιακό κόλπον να ζεύξουν τον Σπερχειόν ποταμόν…»  (Παυσανίας Χ. 20, 8).      

Η ονομασία Σπερχειός, προέρχεται από το  ρήμα  σπέρχωπου σημαίνει  ρέω ορμητικώς, ειδικότερα στο ανώτερο Δυτικό τμήμα του που είναι ορμητικός με χαρακτηριστικά χειμάρρου. Η μεγάλη ορμητικότητα του και οι συχνές πλημμύρες του, κατά τους χειμερινούς μήνες, δημιουργούν πολλά προβλήματα στις παρόχθιες περιοχές. 
Φωτό: 1/. Η παλαιά γέφυρα 2/. Η παλαιά γέφυρα που καταστράφηκε τα τελευταία χρόνια από μία πλημμύρα 3/. Η νέα γέφυρα που κατασκευάσθηκε στη θέση της .    

Μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους των παρόχθιων περιοχών του Σπερχειού ήταν καλυμμένο με νερά και έλη. Όμως οι πλημμύρες αυτές μεταφέρουν εύφορη γη από τους ορεινούς όγκους και την αποθέτουν στην περιοχή αυτή, δημιουργώντας μία εύφορη κοιλάδα, «εριβώλακα» κατά τον Όμηρο: «… Ού γάρ εγώ Τρώων  ένεκ’ ήλυθον αιχμητάων δεύρο μαχησόμενος επεί ού τι μοί αίτιοί είσιν ού γάρ πώποτ’  εμάς βούς  ήλασαν ουδέ μεν ίππους, ουδέ πότ’ έν  Φ θ ί η  ε ρ ι β ώ λ α κ ι  βωτιανείρη  καρπόν εδηλήσαντ’ επεί ή μάλλα πολλά μεταξύ ουρέα τε σκιόεντα…» [«…Οι Τρώες οι  πολεμιστές  δεν ήταν αφορμή μου να’ρθω ν’ αγωνιστώ εδώ, δεν μου έχουν φταίξει, δεν άρπαξαν τα βόδια μου ούτε τα άλογά μου  κι’ ούτε ποτέ στην έφορη Φθία, ρήμαξαν τα χωράφια μου, γιατί ανάμεσά μας βρίσκονται σκιερά βουνά…» (Ιλιάδα Α. 153 – 157,  Αχιλλέας προς Αγαμέμνονα) ] .  

Επίσης ο Θουκυδίδης (Α, 3) μεταξύ άλλων αναφέρει: «…Το εύφορον της χώρας» και ο Διονύσιος ο  Αλικαρνασεύς (Ι, 17), «…ανάγει την Φθιώτιδα είς τα ευφορώτατα μέρη της Ελλάδος, αλλ’ ένεκα  της αρίστης γής, ήν είχε και της τοποθεσίας αυτής η ευδαίμων αυτή χώρα υπέστη πολλάς δηώσεις και ερημώσεις εκ των βαρβαρικών επιδρομών και πολλάκις εγένετο αιτία απείρων συμφορών είς τους κατοικούντας αυτήν…» (Ιωάννης Γ. Βορτσέλας «Φθιώτις» 1907, σελ. 28). 


Την περίοδο της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας η κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού ονομαζόταν «Ελλάδα» και ο ίδιος ο Σπερχειός ποταμός ονομαζόταν «Ελλάδας»Ο ανώνυμος Φράγκος χρονογράφος, στο βιβλίο της Κουγκέστας (Χρονικό του Μορέως), αναφέρει: «…Την επαύριον ανεχώρησεν ο πρωτοστάτωρ μετά των ακολούθων και διαβάς δια του Σιδηροκάστρου (Ηράκλεια) έφθασεν είς τον ποταμόν Ελλάδα παρά το χωρίον καλούμενον Λουτρόν, ήτοι τας θερμάς  πηγάς  κάτωθεν της Υπάτης » (Ι. Βορτσέλας, "Φθιώτις", σελ.300). Αλλά και άλλοι ξένοι  περιηγητές κατά τον 14ον αιώνα μ.Χ, αναφέρουν την κοιλάδα του Σπερχειού «Ελλάδα» και τον ποταμό Σπερχειό που διέρχεται από την κοιλάδα τον ονομάζουν «Ελλάδα». Επίσης, μνημονεύεται το 1453, στο «θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως»: «…Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι και Πρωτόλιο…» ( Πάτρα ονομαζόταν η σημερινή Υπάτη )

Ο Όμηρος αποδίδει στον Σπερχειό ποταμό το επίθετο «Διιπετής» (πίπτει εκ Διός), προφανώς  επειδή  ήταν πολύ ευεργετικός στην γεωργία οι αρχαίοι τον θεωρούσαν δώρο που το έστειλε από τον ουρανό  ο Δίας. Επίσης, οι αρχαίοι πίστευαν ότι και οι ίδιοι οι ποταμοί ήταν «θεοί» και οι πηγές τους «νύμφες», γι’αυτό κάθε πόλη είχε το δικό της «θεό ποταμό» με τις πηγές του, όπου υπήρχε ιερό Τέμενος και Βωμός. 


Ο Σπερχειός ποταμός θεοποιήθηκε και  λατρεύτηκε, από τους κατοίκους  της περιοχής του ως  γιος  του «Ωκεανού»  και της «Γης». Του πρόσφεραν μεγάλες θυσίες (εκατόμβες), πάνω στις πηγές του,  όπου υπήρχε ιερό Τέμενος και Βωμός. Ακόμη και ο Βασιλιάς της περιοχής Πηλέας, ο πατέρας του  Αχιλλέα, είχε υποσχεθεί όταν επιστρέψει ο γιος του από την Τροία σώος, να του αφιερώσει τα μαλλιά του και να θυσιάσει πενήντα βαρβάτα κριάρια, στο Ιερό Τέμενος και τον ευωδιαστό βωμό, που ήταν πάνω στις πηγές του. Αυτό προκύπτει από την αναφορά του Αχιλλέα προς το θεοποιημένο ποτάμι, κατά την ταφή του επιστήθιου φίλου του Πάτροκλου: «…Σπερχειέ, άλλως σοι γε πατήρ ηρήσατο  Πηλεύς, κείσε με νοστήσαντα φίλην ές πατρίδα γαίαν σοι τε κόμην κερέειν ρέξειν θ’ ιερήν  εκατόμβην, πεντήκοντα δ’ ένορχα παρ’ αυτόθι μήλ’ ιερεύσειν ές πηγάς, όθι τοι Τέμενος Βωμός  τε θυήεις…» [ «…Σπερχειέ, αλλιώς σουταξε ο πατέρας μου ο Πηλέας, στην ποθητή πατρίδα άν  γύριζα εκεί πέρα, τα μαλλιά μου στη χάρη σου να κόψω, κάνοντας θυσία μεγάλη σ’ αυτόν τον τόπο,  πενήντα βαρβάτα κριάρια να σου σφάξω πάνω στις πηγές σου, όπου είναι το Τέμενος και ο  ευωδιαστός Βωμός σου…» (Ομήρου Ιλιάς Ψ. 141 -148)].


Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς μέχρι σήμερα που ευρίσκετο το Τέμενος και ο ευωδιαστός Βωμός, διότι δεν έγιναν έρευνες εκεί που έπρεπε να γίνουν, δηλαδή στις «κύριες πηγές του Σπερχειού» που  υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να κτιστεί ιερό Τέμενος και Βωμός. Τέτοιες προϋποθέσεις υπήρχαν μόνο στις πηγές του παραποτάμου του Σπερχειού, που ονομαζόταν στην αρχαιότητα «Ελληνας» και σήμερα ονομάζεται «Ρουστιανίτης». Οι πηγές αυτές βρίσκονται στο οροπέδιο των «Κοκκαλίων», σε ένα μοναδικό τοπίο φυσικού κάλλους με μεγάλες επίπεδες επιφάνειες και άφθονα γάργαρα νερά που  αναβλύζουν μέσα από τη Γη. 

Ενώ αντιθέτως στις πηγές που βρίσκονται στις απότομες πλαγιές του Βελουχιού, πάνω από τον οικισμό Μαυρίλο, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις να κτιστεί ιερό Τέμενος και Βωμός, διότι η περιοχή αυτή δεν ήταν προσβάσιμη λόγω της άγριας μορφολογίας του εδάφους της. Επίσης, στην περιοχή των «Κοκκαλίων» κατοικούσαν  οι Αινιάνες, από το (1200 π.Χ), οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και μάλιστα υπερηφανεύονταν γι’αυτό, είχαν μεγάλη λατρεία προς το πρόσωπο του Αχιλλέα και του γιου του Νεοπτόλεμου και έκαναν προς τιμήν τους μεγάλες θυσίες (Παυσανίας 10. 8, 2). Οι Αινιάνες, όπως είναι γνωστό εγκαταστάθηκαν αρχικά στις πλαγιές του παραποτάμου του Σπερχειού «Ίναχου» (στη θέση «Σπαρτιά ή Μάρμαρα»), περιοχή που βρίσκεται σήμερα ο οικισμός του Γαρδικίου Ομιλαίων Φθιώτιδος) και στη συνέχεια απλώθηκαν μέχρι τις πηγές του παραποτάμου του Σπερχειού «Έλληνα ή Ρουστιανίτη». Πρωτεύουσα των Αινιάνων ήταν πόλη ή όμιλος μικρών οικισμών με την ονομασία «Ομίλαι». Στην ίδια περιοχή που βρίσκονται σήμερα τα Πουγκάκια το Παλαιοχώρι και το Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος. 
Οι παρακάτω τρισδιάστες δορυφορικές φωτογραφίες της Google απεικονίζουν τον Σπερχειό ποταμό και ειδικότερα τις πηγές του με τους δύο βασικούς παραποτάμους του, τον Ρουστιανίτη ή Έλληνα και τον Μαυρυλιώτη. Εάν προσέξουμε (όχι πολύ απλώς με μία ματιά), θα παρατηρήσουμε ότι και στις δύο δορυφορικές φωτογραφίες της Google οι πηγές του "Ρουστιανίτη ή Έλληνα" απεικονίζονται στα "Κοκκάλια", (πάνω από τα σημερινά χωριά Παλαιοχώρι και Πουγκάκια), ενώ οι πηγές του παραποτάμου του Σπερχειού "Μαυριλιώτη" απεικονίζονται κοντά στο σημερινό χωριό Παλαιόκαστρο, δηλαδή πολύ πιο Ανατολικά του σημερινού χωριού Μαυρίλο. Επίσης, στο βιβλίο του ερευνητού Ταξιάρχου Τσιόγκα "Ταξιδεύοντας στο χρόνο ΦΘΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", (σελ. 174), τους δύο παραποτάμους του Σπερχειού ο μεν σημερινός "Ρουστιανίτης" ονομάζεται Έλληνας" και έχει τις πηγές του πάνω από τα σημερινά χωριά Παλαιοχώρι και Πουγκάκια, ο δε άλλος παραπόταμος με το σημερινό όνομα "Μαυριλιώτης" ονομάζεται "Σκάμανδρος" και έχει τις πηγές του στις Ανατολικές πλευρές του Τυμφρηστού κοντά στο σημερινό χωριό Παλαιόκαστρο (Βλ. Παραπάνω το Σκαρίφημα, για τις πηγές του Σπερχειού, από το βιβλίο του ερευνητού Ταξιάρχου Τσιόγκα και κάτω τις Δορυφορικές Φωτογραφίες της Google image 2014 που απεικονίζουν με ακρίβεια τις πηγές των δύο παραποτάμων του Σπερχειού  "Ρουστιανίτη ή Έλληνα" και του "Μαυριλιώτη").    
            


Επίσης, στις άλλες πηγές του Σπερχειού που βρίσκονται στις απότομες πλαγιές του Βελουχιού, πάνω από τον οικισμό Μαυρίλο και την ευρύτερη περιοχή, κατοικούσαν οι Δόλοπες. Αυτό προκύπτει τόσο από τις πληροφορίες της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, όσο και από τους αρχαίους χάρτες, που απεικονίζουν τα όρια της Γεωγραφικής περιφέρειας των δύο αρχαίων Ελληνικών φύλων (Αινιάνες και Δόλοπες). Η περιοχή που κατοικούσαν οι Δόλοπες ήταν η περιοχή που περικλείεται από τους ποταμούς Ταυρωπό (Μέγδοβα) και Καρπενησιώτη. Πολλές φορές επεκτάθηκαν και πέραν των ορίων αυτών φτάνοντας μέχρι τον Αχελώο ποταμό και μέχρι τις Βόρειες Παρυφές του Τυμφρηστού. Σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο (Αργοναυτικά), πρωτεύουσα των Δολόπων ήταν η «Κτιμένη», που βρισκόταν κοντά στη λίμνη Ξυνιάδος: «….Ήλυθε δ’ αύ Μόψος Τιταρήσιος, όν περί πάντων Λητοϊδης εδίδαξε θεοπροπίας οιωνών ηδέ και Ευρυδάμας, Κτιμένου πάις άγχι δε λίμνης Ξυνιάδος Κτιμένην δολοπηίδα ναιατάακεν…» (Ήλθε κι ο Τιταρήσιος ο Μόψος που για όλες ο Απόλλωνας τον δίδαξε τις προφητείες των οιωνών ηδέ και Ευρυδάμας, που κοντά στη λίμνη Ξυνιάδα κατοικούσε, στην Δολοπική Κτιμένη). Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις που τοποθετούν την πρωτεύουσα των Δολόπων «Κτιμένη» στο σημερινό χωριό Φουρνά της Ευρυτανίας. Και οι δύο περιοχές (Ξυνιάδα και Φουρνά) βρίσκονται πολύ κοντά στο σημερινό χωριό Μαυρίλο, ενώ η πρωτεύουσα των Αινιάνων («Ομίλαι»), ευρίσκετο στις πηγές του παραποτάμου του Σπερχειού «Έλληνα ή Ρουστιανίτη», εκεί ακριβώς που είναι σήμερα τα χωριά: Πουγκάκια, Παλαιοχώρι και Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος.).         
"Η  Μεγάλη  Χάρτα  της  Ελλάδος" - Ρήγας  Βελεστινλής,  Βιέννη  1797. Απεικονίζει την πόλη ή των όμιλο μικρών οικισμών των "Αινιάνων", με την ονομασία "Ομίλαι", Δυτικά της Υπάτης και συγκεκριμένα στις πηγές του Σπερχειού ποταμού. Στην ίδια τοποθεσία που βρίσκονται τα σημερινά χωριά Πουγκάκια, Παλαιοχώριον Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος και Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος.       
"Griechenland und die Ionischen Inseln mit Beachtung der Klassischen Zeit", PERTHES, 1854
Ο παραπάνω Χάρτης προσδιορίζει επακριβώς την θέση της αρχαίας πόλης των Αινιάνων Ομίλαι, (ή του ομίλου των μικρών οικισμών), αναγράφοντας εκτός από το όνομα της αρχαίας πόλης Ομίλαι και το όνομα του σημερινού οικισμού Πουγκάκια (Homilae - Pugaki). Ο σημερινός οικισμός "Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Όμιλαίων) Φθιώτιδος μέχρι το 1946 ήταν συνοικισμός των Πουγκακίων και το όνομά του μας παραπέμπει σε αυτό το "παλαιό χωριό", που υπήρχε στην αρχαιότητα στην ίδια τοποθεσία. Επίσης, στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα το Γαρδίκι Ομιλαίων και ειδικότερα η Βόρεια πλευρά του σημερινού οικισμού, υπήρχε το οχυρωματικό τείχος και η φρουρά της πόλης Ομίλαι (ή του ομίλου των μικρών οικισμών). Ίχνη αυτής της φρουράς είναι και οι εναπομείναντες πελεκητοί ογκόλιθοι που βρίσκονται σήμερα στις θέσεις : "Σπαρτιά, Χάνι Στεργιάκη, Μύλος" κ.ά, στο Γαρδίκι Ομιλαίων. Το σημερινό όνομα του Γαρδικίου Ομιλαίων προέρχεται από το όνομα αυτής της φρουράς της αρχαίας πόλης των Αινιάνων, ή του Ομίλου των μικρών οικισμών, με την ονομασία: Ομίλαι (Garde =  Φρουρά, Gardist = Φρουρός, Ηomilae = Όμιλος = Γαρδίκι Ομιλαίων)

"Accurata Totius Archipelagi et Graeciae Universae. Tabula Multis locis Hodiernis Recens Aucta et Correcta.", Frederick de Wit, 1680
Στον παραπάνω Χάρτη, όπως και σε όλους τους Χάρτες που έχουν αναρτηθεί, αλλά και σε αυτούς που δεν έχουν αναρτηθεί ακόμη, απεικονίζεται η αρχαία πόλη των Αινιάνων Ομίλαι (ή Όμιλος μικρών οικισμών) στις πηγές του Σπερχειού, μάλιστα στο Χάρτη αυτό αναγράφεται : Sperchi fons - Homile (Σπερχειού πηγές Ομίλαι). Με δεδομένα ότι : 1/ Οι Αινιάνες σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον Παυσανία και άλλους αρχαίους συγγραφείς εγκαταστάθηκαν αρχικά στις όχθες του παραποτάμου του Σπερχειού, Ίναχου (στη σημερινή θέση "Σπαρτιά" του Γαρδικίου Ομιλαίων Φθιώτιδος) και εν συνεχεία απλώθηκαν μέχρι τις πηγές του Σπερχειού (διότι πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και σύμφωνα με τον Παυσανία υπερηφανεύονταν γι'αυτό). 2/ Όλοι οι αρχαίοι χάρτες που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα απεικονίζουν την πόλη Ομίλαι (ή τον όμιλο μικρών οικισμών των Αινιάνων) να βρίσκονται σε αυτή την περιοχή, ένας δε από τους Χάρτες αυτούς αναγράφει Homilae - Pugaki (Ομίλαι - Πουγκάκι). 3/ Στη θέση που βρίσκεται σήμερα το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος (μέχρι το 1946 ήταν συνοικισμός των Πουγκακίων), υπήρχε αρχαίος οικισμός με τελευταία ονομασία "Σελλάκια ή Σουλλάκια". 4/ Στην περιοχή που βρίσκονταν τα "Σελλάκια ή Σουλλάκια" υπάρχει πηγή με την ονομασία "Κεφαλόβρυσο" και σε απόσταση 5-6 χιλιόμετρα περίπου υπάρχει άλλη πηγή με την ονομασία "ΚεφαλόβρυσοΚούτσουρο" (αναβλύζουν 30 & 50 λίτρα νερό το δευτερόλεπτο αντιστοίχως, τον μήνα Αύγουστο (τα παλαιότερα χρόνια οι ποσότητες των νερών και από τις δύο πηγές ήταν πολύ μεγαλύτερες και κατέληγαν στον παραπόταμο του Σπερχειού Ρουστιανίτη ή Έλληνα). 5/  Τα νερά από τις δύο αυτές πηγές, μαζί με τα υπόλοιπα νερά της περιοχής, στην αρχαιότητα κατέληγαν στον έναν από τους δύο βασικούς παραποτάμους του Σπερχειού, τον σημερινό "Ρουστιανίτη" που στην αρχαιότητα ονομαζόταν "Ελληνας"). Σήμερα, γίνεται υδρομάστευση και από τις δύο πηγές. Από την πηγή του "Κεφαλοβρυσου" στα "Σελλάκια ή Σουλλάκια" για την ύδρευση του Παλαιοχωρίου και από την πηγή του "Κεφαλόβρυσο Κούτσουρο" για την άρδευση των κτημάτων του Παλαιοχωρίου. Πριν όμως φθάσουν στα κτήματα τα νερά συγκεντρώνονται σε μία μεγάλη δεξαμενή που εκτός από αρδευτική χρήση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για δασοπυρόσβεση (για τον ανεφοδιασμό όχι μόνο των αυτοκινήτων της πυροσβεστικής αλλά και των ελικοπτέρων. (Βλ. Φωτό παρακάτω6/ Την δεκαετία του 1970, σε κοντινή απόσταση και συγκεκριμένα στη θέση "Πηγαδούλια", βρέθηκε τυχαία από κάτοικο της περιοχής ένας λίθινος αμφίστομος πέλεκυς, που ήταν ιερό όργανο του θυσιαστηρίου και έπαιζε σημαντικό ρόλο στην τελετουργία της θυσίας. 7/ Το τοπίο συνθέτει στο σύνολό του μία Κοκκάλια" χρωματική αρμονία, μία φυσική μαγεία και ένα μεγαλείο που είναι αδύνατο να περιγράψει και η πιο ρομαντική φαντασία. Για όλους αυτούς τους λόγους και άλλους που αναφέρονται σε άλλες σελίδες, οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και ορισμένοι ιστορικοί ερευνητές, πιστεύουν ότι κοντά στις πηγές αυτές βρίσκεται το Τέμενος και ο ευωδιαστός Βωμός που αναφέρει ο Όμηρος (Ιλιάδα: Ψ. 141 - 148).      
                  
[Ορισμένοι επιχείρησαν να οικειοποιηθούν τη δόξα και την φήμη του μεγαλύτερου ήρωα του Τρωϊκού πολέμου Αχιλλέα, την πατρίδα του την «Ελλάδα» καθώς και το σημείο που υπήρχε το Τέμενος και ο Βωμός όπου γίνονταν οι θυσίες, γι’αυτό και διατύπωσαν πολλές θεωρίες και  απόψεις  ως προς την τοποθέτησή τους. Δυστυχώς γι’ αυτούς ο Όμηρος είναι ξεκάθαρος, όταν αναφέρεται στον ποταμό Σπερχειό, προσδιορίζει τόσο την περιοχή που ήταν η «Ομηρική Ελλάδα», δηλαδή την Δυτική κοιλάδα του Σπερχειού, όσο και την περιοχή που ήταν το ιερό Τέμενος και ο Βωμός, δηλαδή πάνω στις πηγές του Σπερχειού εκεί που αναβλύζουν τα νερά και όχι στη συμβολή των ρεμάτων (Μαυριλιώτικο & Καψιώτικο). Στη συμβολή των ρεμάτων δεν υπάρχουν πηγές που αναβλύζουν νερά, αλλά εκεί γίνεται συγκέντρωση των νερών που  καταλήγουν στον Σπερχειό].


    

Φωτό 1.  Απεικονίζεται το σημείο στα "Κοκκάλια" όπου έγινε η μάχη το 279 π.Χ με τους Γαλάτες. Φωτό 2, Απεικονίζεται το σημείο που αναβλύζουν οι πηγές με την ονομασία "Κεφαλόβρυσο - Κούτσουρο" που σήμερα τον μήνα Αύγουστο αναβλύζουν 50 λίτρα νερό το δευτερόλεπτο (τα παλαιότερα χρόνια η ποσότητα των νερών ήταν πολύ μεγαλύτερη και τα νερά αυτά κατέληγαν στον παραπόταμο του Σπερχειού ποταμού "Ρουστιανίτη ή Έλληνα". Σήμερα στις πηγές αυτές γίνεται υδρομάστευση για την άρδευσή των κτημάτων του Παλαιοχωρίου. Πριν όμως τα νερά αυτά φθάσουν στα κτήματα του χωριού συγκεντρώνονται σε μία μεγάλη δεξαμενή (Βλ. Φωτό κάτω), που χρησιμοποιείται και για την δασοπυρόσβεση (σε περίπτωση πυρκαγιάς στην περιοχή), τόσο με τα αυτοκίνητα της πυροσβεστικής, όσο και με τα ελικόπτερα.


Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, αρχαία και σύγχρονα, «πηγή» είναι: «…Το άνοιγμα της γης από το οποίο αναβλύζει το νερό που προέρχεται από υπόγεια φυσική δεξαμενή…». Επίσης, η λέξη «αναβλύζω» σημαίνει: «…την αναπήδηση πηγαίου  νερού…».  Συνεπώς, οι «πηγές» που αναφέρει ο Όμηρος δεν θα πρέπει να αναζητηθούν στις απότομες πλαγιές του Βελουχιού, πάνω από τον οικισμό Μαυρίλο και Παλαιόκαστρο όπου πηγάζει ο παραπόταμος του Σπερχειού «Μαυριλιώτικος», αλλά στα «Κοκκάλια», πάνω από τον οικισμό Παλαιοχώρι και την ευρύτερη περιοχή, όπου πηγάζει ο άλλος παραπόταμος του Σπερχειού «Έλληνας ή Ρουστιανίτης». Οι πηγές αυτές συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες να ευρίσκετο εκεί το ιερό Τέμενος και ο Βωμός, που αναφέρει ο Όμηρος, (Ιλιάδα Ψ. 141 - 148) διότι η περιοχή των "Κοκκαλίων" είναι ένα οροπέδιο με μεγάλες επίπεδες επιφάνειες καλυμμένες με καταπράσινο τάπητα, άφθονα γάργαρα νερά και ένα από τα καλύτερα αλπικά λιβάδια που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι της περιοχής από τους αρχαίους (προϊστορικούς) χρόνους μέχρι σήμερα. Επίσης, σε κοντινή περιοχή από τις πηγές αυτές υπάρχουν ίχνη αρχαίου οικισμού των "Αινιάνων", με τελευταία ονομασία «Σελλάκια ή Σουλλάκια»
                            
Για την θέση όπου ευρίσκετο η Ομηρική «Ελλάδα» υπάρχουν αρχαίοι χάρτες που την απεικονίζουν στην κοιλάδα του Σπερχειού, Δυτικά των Λουτρών της Υπάτης και μέχρι τον σημερινό οικισμό Λευκάδα. Τα  ερωτηματικά που υπάρχουν και τα αδιευκρίνιστα σημεία είναι για το αν η «Ελλάδα» ήταν μόνο περιοχή ή υπήρχε παράλληλα και πόλη με το ίδιο όνομα. Μέχρι όμως να προκύψουν στοιχεία που να βεβαιώνουν την ύπαρξη πόλης με το ίδιο όνομα «Ελλάδα», θα δεχθούμε την ονομασία αυτή ως «περιοχή» και με την Γεωγραφική θέση, που προσδιόρισε ο Στράβων (67 π.Χ – 23 μ.Χ), στα Γεωγραφικά (Χ. Θ.V. 6), δηλαδή την Δυτική κοιλάδα του Σπερχειού. Επίσης, ο Α. Χατζής (Επιστ. Επετηρ. Φιλοσ. Σχολής Αθηνών 1935–1936 ), στην έρευνα που πραγματοποίησε για το όνομα της «Ελλάδας», υποστηρίζει ότι αρχικά η «Ελλάδα» ευρίσκετο στο ξεκίνημα του Σπερχειού ποταμού (Ελλάς ροή = ορεινό ρεύμα) και εν συνεχεία (με τις Αμφικτυονίες, την Πυλαία αρχικά), το όνομα «Ελλάδα» εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Επικράτεια. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ορισμένων, ότι ο ποταμός που θα αφιέρωνε τα μαλλιά του ο Αχιλλέας, όταν θα επέστρεφε από την Τροία σώος, δεν ήταν ο «Σπερχειός» ποταμός που βρίσκεται στη Φθιώτιδα, αλλά ο «Ενιπέας» ποταμός που βρίσκεται στη Θεσσαλία, μόνο φαιδρότητες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν. Διότι στο αρχαίο κείμενο της Ιλιάδας (Ψ.141-148), το όνομα του Σπερχειού είναι ξεκάθαρο και δεν υπονοείται και όπως είναι γνωστό ποταμός με το όνομα Σπερχειός δεν υπάρχει άλλος σε ολόκληρο τον κόσμο. Επίσης, ο Σπερχειός ποταμός ήταν αυτός που διέσχιζε το Βασίλειο του Πηλέα και ήταν ο «θεός ποταμός» της περιοχής του, συνεπώς σ’αυτόν τον ποταμό θα αφιέρωνε τα μαλλιά του ο Αχιλλέας  και  «στις πηγές» αυτού του ποταμού ευρίσκετο το ιερό Τέμενος και ο Βωμός όπου θα έκανε μεγάλη θυσία.  
                                    
Ένα άλλο σημείο που συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες να ευρίσκετο το ιερό Τέμενος και ο Βωμός είναι το ύψωμα «Άγιος Θεόδωρος», στο Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος. Με δεδομένο ότι η Ομηρική «Ελλάδα» (περιοχή ή πόλη) ήταν στην Δυτική κοιλάδα του Σπερχειού (μεταξύ Φτέρης και Λευκάδας), τότε το ύψωμα «Άγιος Θεόδωρος» στο Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος, που δεσπόζει σε όλη την περιοχή και απέχει ελάχιστα, τόσο από την πεδινή περιοχή της Λευκάδας και Φτέρης, όσο και από το «οροπέδιο των Κοκκαλίων», είναι ένα σημείο που πρέπει να ερευνηθεί. Επίσης, στις πλαγιές του Ίναχου (σημερινή θέση «Σπαρτιά ή Μάρμαρα»), όπου σύμφωνα με τον Πλούταρχο (46 -127 π.Χ), Κεφαλαίων καταγραφή. Αίτια Ελληνικά (ΧΙΙΙ, ΧΧΥΙ), εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες περί το 1200 π.Χ.: «…Πλείονες γεγόνασιν Αινιάνων μεταστάσεις, πρώτον μεν γάρ οικούντες περί το Δώτιον πεδίον, εξέπεσον υπό Λαπιθών είς Αιθίκας, (παρά την Πίνδον οικούντας), εκείθεν της Μολλοσίας την παρά τον Αραούαν χώραν κατέσχον, όθεν ωνομάσθησαν Παραούαι. Μετά ταύτα Κίρραν κατέσχον, εν Κίρρη καταλεύσαντες Οίνοκλον τον Βασιλέα, του θεού προστάξαντος, εις την παρά τον Ίναχον χώραν κατέβηκαν κατοικουμένην υπό Ιναχέων και Αχαιών…». (Ο Ίναχος, όπως προαναφέρθηκε, είναι παραπόταμος του Σπερχειού και έχει τις πηγές του στο όρος Οξυά). 
Επίσης, σύμφωνα με τον αρχαίο ιστορικό Πλούταρχο (46 - 127) "Κεφαλαίων καταγραφή , Αίτια Ελληνικά" ΤΟΜ. ΙΙ.ΧΙΙΙ, αναφέρει ότι στις πλαγιές του μικρού παραποτάμου του Σπερχειού, "Ίναχου", όπου εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες (περί το 1200 π.Χ), έγινε μονομαχία μεταξύ του βασιλιά των Αινιάνων "Φήμιου" και του βασιλιά των "Ιναχέων" "Υπέροχου", με νικητή τον βασιλιά των Αινιάνων "Φήμιο". Στο σημείο της μονομαχίας οι Αινιάνες έκτισαν Βωμό προς τιμήν του Απόλλωνος και τελούσαν εκατόμβη θυσία κάθε χρόνο, το δε λιθάρι με το οποίο ο Φήμιος σκότωσε τον Υπέροχο ήταν ιερό και βρισκόταν σε κάθε θυσία ενός βοδιού ή εκατό βοδιών (εκατόμβη). Σε κοντινή περιοχή από τη θέση «Σπαρτιά ή Μάρμαρα» και συγκεκριμένα στη θέση «Πηγαδούλια», βρέθηκε πριν 30 περίπου χρόνια, ένας λίθινος αμφίστομος πέλεκυς, από τον αγρότη κάτοικο της περιοχής, Σπύρο Γ. Αλεξίου. Αυτός, μη γνωρίζοντας την αξία του σπουδαίου αυτού ευρήματος, τον έδωσε στο μικρό τότε γιο του να τον χρησιμοποιήσει για παιγνίδι και εκείνος δυστυχώς χτυπώντας τον λίθινο πέλεκυ με ένα σφυρί τον  έκανε  μικρά κομμάτια.

Στην παραπάνω φωτογραφία απεικονίζονται Ίχνη του οχυρωματικού τείχους και της φρουράς της αρχαίας πόλης ή του ομίλου των μικρών οικισμών των Αινιάνων με την ονομασία "Ομίλαι" στην ίδια θέση που είναι σήμερα τα Πουγκάκια, το Παλαιοχώρι και το Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος. Το όνομα του Γαρδικίου Ομιλαίων προέρχεται από αυτό το οχυρωματικό τείχος όπου βρισκόταν η φρουρά (Garde) πόλης "Ομίλαι"ή του ομίλου των οικισμών. Gardist = Γαρδίκι = Φρουρός - Εθνοφρουρός της πόλης "Ομίλαι". Φωτό: Κωνσταντίνος Ν. Παπαναγιώτου. Έτος: 2007. Θέση: "Μάρμαρα ή Σπαρτιά" Γαρδικίου Ομιλαίων Φθιώτιδος. Στην περιοχή αυτή, σύμφωνα με τον αρχαίο ιστορικό Πλούταρχο (46 - 127), είχαν εγκατασταθεί οι Αινιάνες από το 1200 π.Χ (ΤΟΜ. ΙΙ. ΧΙΙΙ).    


Σύμφωνα με τον Πλούταρχο στις πλαγιές του Ίναχου εγκαταστάθηκαν οι Αινιάνες (από το 1200 π.Χ). Εκεί έγινε μονομαχία μεταξύ του Βασιλιά των "Αινιάνων" Φήμιου και του βασιλιά των "Ιναχέων" Υπέροχου, με νικητή τον βασιλιά των "Αινιάνων" Φήμιου. Στο σημείο της μονομαχίας οι Αινιάνες έκτισαν Βωμό προς τιμήν του Απόλλωνος και τελούσαν θυσία ενός βοδιού ή εκατόμβη κάθε χρόνο το δε λιθάρι με το οποίο ο Φήμιοςς σκότωσε τον Υπέροχο ήταν ιερό και βρισκόταν εκεί σε κάθε θυσία. Το πιο πιθανό σημείο της μονομαχίας είναι η επάνω πλευρά του λόφου που απεικονίζει η φωτογραφία. Είναι μια μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με φανταστική θέα και σημείο που θα μπορούσε να γίνει μονομαχία και να στηθεί βωμός. Σε κοντινή απόσταση και συγκεκριμένα στις πλαγιές αυτού του λόφου στη θέση "Πηγαδούλια", όπως προαναφέρθηκε, βρέθηκε πριν 30 περίπου χρόνια ένας λίθινος αμφίστομος πέλεκυς από τον αγρότη κάτοικο της περιοχής Σπύρο Γ. Αλεξίου. Όπως είναι γνωστό ένα από τα ιερά όργανα του θυσιαστηρίου ήταν και ο λίθινος αμφίστομος πέλεκυς, που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην τελετουργία της θυσίας. Ο διπλός πέλεκυς είχε σπουδαία θρησκευτική σημασία για πολλούς αρχαίους λαούς της Μεσογειακής λεκάνης. Σχετιζόταν, είτε ως σύμβολο του κεραυνού και του θεού που τον εκσφενδόνιζε είτε ως αναθεματικό αντικείμενο, είτε με τη θυσία του ιερού ταύρου. Στην Κρήτη έχουν βρεθεί πλήθος λατρευτικών διπλών πελέκων, μερικές φορές ασημένια ή χρυσά και φέρουν ανάγλυφη ή διάτρητη διακόσμηση με σύμβολα της Γραμμικής Α΄ & Β΄ γραφής. Στη Μινωϊκή κοινωνία λατρεύτηκε ιδιαίτερα ο διπλός πέλεκυς, που λέγεται και «λάβρυς, προσέλαβε ξεχωριστή σημασία και θεωρήθηκε ως ιερό σύμβολο στο οποίο προσφέρονταν λατρευτικές τιμές]
Ένα ακόμη σημείο που πρέπει να ερευνηθεί συστηματικά είναι η θέση "Μπολιάνα", όπου έχουν βρεθεί κατά καιρούς διάφορες αρχαιότητες (τάφοι, πιθάρια, νομίσματα, επιγραφές, καθώς και μία λαξευτή σαρκοφάγος που δυστυχώς καταστράφηκε από σκαπτικό μηχάνημα κατά την διάνοιξη αγροτικού δρόμου). Μέχρι σήμερα  δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή από τους αρχαιολόγους, όμως είναι μία θέση που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την μεγάλη ανακάλυψη του αιώνα.    

Ο Σπερχειός ποταμός στην αρχαιότητα αλλά και σε νεότερες εποχές, ήταν το μεγαλύτερο φυσικό  οχυρό, κάτι σαν τα σημερινά οχυρά στον ποταμό Έβρο. Οι Έλληνες, όταν ήθελαν να αντιμετωπίσουν  μία εχθρική εισβολή από Βορρά, έπαιρναν θέσεις στα στενά των Θερμοπυλών και σε όλο το μήκος του Σπερχειού ποταμού, όπου αυτός ήταν βατός. Ενδεικτικά αναφέρω μερικές περιπτώσεις με τα  σημαντικότερα γεγονότα    

Το 1521 π.Χ, έγινε η πρώτη Αμφικτυονία (σύμφωνα με το Πάριο Μάρμαρο ή Πάριο Χρονικό) στο Ναό της Δήμητρας στην Ανθήλη Φθιώτιδος, από τα συγγενικά φύλα που κατοικούσαν στην περιοχή (Αινιάνες, Αχαιοί - Φθιώτες, Μαλιείς, Λοκροί και Δόλοπες) και είχε σαν πρωταρχικό στόχο την μέριμνα για την φρούρηση των στενών των Θερμοπυλών και του Σπερχειού ποταμού. Άλλωστε το όνομα της πρώτης Αμφικτυονίας «Πυλαία» δεν ήταν τυχαίο, φανερώνει τον σκοπό για τον οποίο έγινε η  Αμφικτυονία και δεν ήταν άλλος από την φύλαξη της φυσικής «Πύλης» που ήταν τα στενά των Θερμοπυλών στις εκβολές του Σπερχειού ποταμού. Αλλά και αργότερα τον 8ον αιώνα π.Χ, όταν έγινε η μεγάλη Αμφικτυονία η «Πυλαιο-Δελφική» και στην οποία συμμετείχαν όλα σχεδόν τα Ελληνικά φύλα, κύριο καθήκον του Αμφικτυονικού Συνεδρίου ήταν η μέριμνα για την φρούρηση των στενών των Θερμοπυλών και όλων των βατών  σημείων του Σπερχειού ποταμού.      

Το 480 π.Χ, οι Έλληνες για να αντιμετωπίσουν την Περσική εισβολή αποφάσισαν, στο  Συνέδριο της Κορίνθου που προηγήθηκε, την κοινή αντιμετώπιση του κινδύνου. Με αρχηγό τον Σπαρτιάτη Βασιλιά Λεωνίδα και ένα σύνολο 6.200 περίπου ανδρών συγκεντρώθηκαν στα στενά των Θερμοπυλών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Περσικό στρατό, που κατά τον Ηρόδοτο ήταν 2.600.000 περίπου και κατά νεότερους Ιστορικούς 400.000 περίπου.  

Το 279 π.Χ,οι Έλληνες για να αντιμετωπίσουν τους Γαλάτες συγκεντρώθηκαν στις Θερμοπύλες. Με αρχηγό τους τον Αθηναίο Κάλλιππο γιο του Μοιροκλέους και με 26.000 στρατό περίπου έδωσαν σκληρή μάχη μέσα στον Σπερχειό ποταμό, στο ύψος της  Ηράκλειας. Οι Γαλάτες με αρχηγό τους τον Βρέννο και 200.000 στρατό περίπου, αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν και να διασπασθούν. Ένα τμήμα με 40.000 στρατό,  γύρισε  πίσω  τον  Σπερχειό  ποταμό  και  προσπάθησε  μέσω  του  αρχαίου  δρόμου, (Ράχες Τυμφρηστού – «Κοκκάλια» - Οξυά), να βρεθεί  πίσω από την Οίτη στους Δελφούς. 
                    
Ένα άλλο τμήμα, με 40.000 στρατό και αρχηγό τον ίδιο τον Βρέννο, προσπάθησε να ανέβει από τις πλαγιές της Οίτης και να φθάσει στους Δελφούς και ένα τρίτο τμήμα παρέμεινε στον Σπερχειό, κοντά στην Ηράκλεια, για την φύλαξη του στρατοπέδου. Αποτέλεσμα, η επιδρομή των Γαλατών να αποτύχει, ο στρατός τους  να αποδεκατιστεί (ο Παυσανίας αναφέρει μόνο στα «Κοκκάλια» 22.000 νεκρούς ), ο αρχηγός τους ο Βρέννος να τραυματιστεί και από την εντροπή του για την μεγάλη  συμφορά που έπαθε στην Ελλάδα, να αυτοκτονήσει: «…πίνων άφθονον άκρατον οίνον…»    (Παυσανίας  Χ .23) .  
Το 191 π.Χ  έγιναν μεγάλες μάχες, κατά τον πόλεμο του Σελευκίδη Αντιόχου Γ΄ βασιλιά της Συρίας και των Αιτωλών εναντίον των Ρωμαίων. Οι Αιτωλοί ετράπησαν σε φυγή ενώ υπέστησαν τρομακτική  σφαγή

Το 527-565 μΧ (Βυζαντινή περίοδο), ο Ιουστινιανός για την προστασία από βαρβαρικές επιδρομές, ανέλαβε να οχυρώσει την περιοχή στις εκβολές του Σπερχειού ποταμού. Ύψωσε πελώρια τείχη, εφοδίασε το φρούριο με σιτώνες και δεξαμενές και τοποθέτησε φρουρά αποτελούμενη από 2000 στρατό. 

Το 995 /6 μ.Χ, ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός, ως αρχηγός των Ευρωπαϊκών  επαρχιών, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ (Βουλγαροκτόνο), να αντιμετωπίσει τον  ηγεμόνα των Βουλγάρων Σαμουήλ που είχε εισβάλει στην Ελλάδα. Η συνάντηση των δύο  στρατών   έγινε στο Σπερχειό ποταμό και είναι γνωστή ως μάχη του Σπερχειού. Στη δεξιά όχθη ήταν  παρατεταγμένοι  οι Βούλγαροι και στην αριστερή οι Βυζαντινοί. Ο Νικηφόρος Ουρανός με το στρατό του, πέρασε  την  νύχτα τον  πλημμυρισμένο ποταμό και έπεσε  αιφνιδιαστικά  κατά  των  Βουλγάρων  τους οποίους κατέσφαξε.  Η νίκη  αυτή  ήταν  από  τις  μεγαλύτερες  που  είχαν  κάνει  οι Βυζαντινοί  κατά  των  Βουλγάρων  και  γι’ αυτό  οργανώθηκε  θρίαμβος  στη  Θεσσαλονίκη .   

Το 1821 (22 Απριλίου), στην περιοχή της γέφυρας της «Αλαμάνας», ο οπλαρχηγός Αθανάσιος Διάκος με λίγους πολεμιστές αντιμετώπισε επίθεση ισχυρών τουρκικών δυνάμεων, που είχαν επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά και τον Ομέρ Βρυώνη και κατέβαιναν από την Λαμία προς την Πελοπόννησο για να καταπνίξουν την Επανάσταση. Μετά από σφοδρή και άνιση μάχη οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις υποστηρικτικές θέσεις γύρω από τον Αθανάσιο Διάκο, διότι ο  επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας σκοτώθηκε και ο Πανουργιάς τραυματίσθηκε σοβαρά. Γύρω από τον Διάκο έμειναν μόνο 18 άνδρες, περικυκλωμένοι από παντού. Πολλοί συμπολεμιστές του του πρότειναν να φύγει, ο Διάκος όμως δεν δέχθηκε ούτε όταν σκοτώθηκε και ο «αδελφός» του Μήτρος, κατά τον Βαλαωρίτη, το σώμα του οποίου χρησιμοποίησε για πρόχωμα (ο Μήτρος δεν ήταν πραγματικός αδελφός του Διάκου αλλά ήταν γιος του Νικ. Γραμματικού και θετός γιος του συζύγου της θείας του Μασσαβέτα. Το κύριο όνομα του πραγματικού αδελφού του Διάκου ήταν Κώστας. Αυτό προκύπτει από χειρόγραφο & ενυπόγραφο πιστοποιητικό του Στρατηγού Ιωάννου Γκούρα που βρίσκεται στα Γ.Α.Κ). Ο αγώνας γίνεται σώμα με σώμα, οι συντροφοί του πέφτουν ο ένας  κατόπιν του άλλου, το σπαθί του Διάκου σπάει και μια σφαίρα τον πληγώνει στο δεξί ώμο αχρηστεύοντας το χέρι που κρατούσε το πιστόλι. Οι Τούρκοι τον κυκλώνουν, τον συλλαμβάνουν και τον δένουν. Ο Μπακογιάννης με τον Καλύβα και δύο ακόμη συμπολεμιστές βλέποντας τον Διάκο στα χέρια των Τούρκων προσπαθούν να τον ελευθερώσουν, αλλά πέφτουν νεκροί από καταιγισμό σφαιρών. Στο πεδίο της μάχης έμειναν περί τους 200  Έλληνες νεκροί, ενώ  οι απώλειες των Τούρκων ξεπερνούσαν τους 500. Ο επίλογος της μάχης γράφτηκε την επόμενη μέρα στη Λαμία, όταν ο Αθανάσιος Διάκος αρνήθηκε να προδώσει την πίστη του και την Επανάσταση και βρήκε μαρτυρικό θάνατο με ανασκολοπισμό.  

Το μνημείο - κενοτάφιο, στον τόπο του μαρτυρίου (θάνατος με ανασκολοπισμό), του Αθανασίου Διάκου στην οδό Καλύβα - Μπακογιάννη στη Λαμία.
Λέγεται ότι όταν ο Αθανάσιος Διάκος στάθηκε στη Γέφυρα της Αλαμάνας και αντίκρυσε το πλήθος του Τουρκικού στρατού, φώναξε στα παλικάρια του  να τα  εμψυχώσει, για να μην  φοβηθούν  και να πολεμήσουν με ανδρεία σαν Έλληνες. Ο λαός για να θυμάται τον μεγάλο ήρωα Αθανάσιο Διάκο,  έπλασε ποίημα που αναφέρονται όλες οι ηρωϊκές στιγμές, από την αρχή της μάχης στην Αλαμάνα  μέχρι τον μαρτυρικό θάνατό του στη Λαμία.

[«Καρδιά παιδιά μου», φώναξε, «παιδιά μη φοβηθήτε, ανδρεία ωσάν Έλληνες ωσάν Γραικοί  σταθήτε». Εκείνοι εφοβήθησαν κι’εσκόρπισαν στους λόγγους, έμειν’ ο Διάκος μοναχός με δέκα οχτώ λεβέντες. Τρείς ώρες επολέμαγε με δεκαοχτώ χιλιάδες, σχίσθηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια. Και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν, έκοψε τούρκους  άπειρους κ’εφτά  μπουλουκμπασήδες. Πλην το σπαθί του έσπασε απάν’ από την χούφτα, κ’έπεσε ο Διάκος ζωντανός  εις των εχθρών τα χέρια. Χίλιοι τον πάνε απ’ εμπρός και δυό χιλιάδες πίσω. Κι’ Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα. «Γένεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστι σου ν’αλλάξης ; Να προσκυνάς  εις το τζαμί, την εκκλησιά  ν’αφήσης ; » . Κ’ εκείνος  τ’ απεκρίθηκε  και  με  θυμόν του λέγει:  «Πάτε  κι’ εσείς  κι’ η  πίστι  σας  μουρντάτες να χαθήτε. Εγώ Γραικός γεννήθηκα  Γραικός θελ’ απεθάνω, εμέν’ αν σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη. Ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπετάν Νικήτας. Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες, μόνον πέντ’ έξι ημερών  ζωήν να μου χαρίστε. Όσον να φθάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας». Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλήλμπεης με δάκρυα φωνάζει. Χίλια  πουγγιά σας δίνω γώ κι’ ακόμα πεντακόσια τον Διάκο να χαλάσετε τον φοβερό τον Κλέφτη, ότι θα σβύσει την τουρκιά και όλο το Δοβλέτι. Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν. Ολόρθον τον εστήσανε κι αυτός ετραγουδούσε« Για  δές  καιρό  που  διάλεξε  ο χάρος  να  με  πάρει   τώρα  π’ ανθίζουν  τα  κλαριά  και  βγάν’  η  γή  χορτάρι »]. 

Το 1825 (19 Οκτωβρίου), συγκρούσθηκαν τουρκικές δυνάμεις που προέρχονταν από την Άμφισσα, με στρατιωτικά σώματα των Γιάννη Γκούρα, Νικολάου Κριεζώτη, Μαυροβουνιώτη Βάσου και Κομνά Τράκα. Ύστερα από τετράωρη μάχη οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον αγώνα με σημαντικές απώλειες. Από τους 800 Τούρκους οι 200 έπεσαν νεκροί, ενώ άφθονο πολεμικό υλικό  εγκαταλείφθηκε κατά την υποχώρησή τους  .   

Το 1897, μετά τη σύναψη ανακωχής, με την οποία τερματίστηκε άδοξα για τους Έλληνες ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, οργανώθηκε αμυντική γραμμή για το ενδεχόμενο επανάληψης των  εχθροπραξιών και κατασκευάστηκαν προσωρινά οχυρωματικά έργα.    

Το 1941, κατά την διάρκεια της Γερμανικής εισβολής, Βρετανικές δυνάμεις επιβράδυναν την προέλαση των Γερμανών. Είχαν παραταχθεί σε μέτωπο 50 χιλιομέτρων, από τον Σπερχειό ποταμό έως τον Μπράλλο. Τελικά μετά από σκληρές μάχες και την αεροπορική υποστήριξη των Γερμανών, οι Βρετανοί υποχώρησαν.  

Στην περίοδο της Γερμανικής κατοχής, στην περιοχή του Σπερχειού ποταμού, συγκρούσθηκαν  επανειλημμένα, αντιστασιακά αντάρτικα σώματα, με δυνάμεις των κατακτητών. Η σημαντικότερη  όμως σύγκρουση πραγματοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1943, μεταξύ του 11ου τάγματος του Ε.Λ.Α.Σ και Γερμανικής δύναμης 650 ανδρών, της φρουράς της Λαμίας. Ύστερα από μάχη που κράτησε πολλές ώρες οι Γερμανοί αποσύρθηκαν αφήνοντας στο πεδίο της μάχης δεκάδες νεκρούς και τραυματίες.