Πολιτοχώρια


ΠΟΛΙΤΟΧΩΡΙΑ


Κατά την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε εξελιχθεί σε μία «Ελληνική πόλη». Είχε συνενώσει την αρχαία Ελληνική παιδεία με τον Χριστιανισμό, έφερε νέα ήθη και δημιούργησε νέο πολιτισμό με βάση την αρχαία Ελληνική σκέψη. Επίσης, απέκτησε δική της οικονομική δραστηριότητα και αναδείχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του παγκόσμιου εμπορίου, από το οποίο άλλωστε προερχόταν και η μεγάλη ακμή της αυτοκρατορίας. Οι έμποροι όλων των λαών διεκδικούσαν να αποκτήσουν τα προνομιακά δικαιώματα εμπορικής δραστηριότητας στις αγορές της. Μεγάλος αριθμός Ελληνικού πληθυσμού, από όλα τα διαμερίσματα του Ελληνισμού και ιδιαίτερα από τις Παρυφές του Τυμφρηστού, μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη. Όλα τα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας, στις Παρυφές του Τυμφρηστού, ήταν συνδεδεμένα με την Κωνσταντινούπολη και οι κάτοικοί τους είχαν συχνές επισκέψεις στην "Πόλη", για εμπόριο, για τεχνικές και άλλες εργασίες, για σπουδές παιδιών κ.λ.π, γι'αυτό το λόγο τα χωριά αυτά ονομάζονταν "Πολιτοχώρια" = χωριά της "Πόλης" (Βλ. Συν. Χάρτες με τα Πολιτοχώρια). Μερικά από τα χωριά αυτά μνημονεύονται στο Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 (στίχοι 770 – 980), που λέει πως αν οργανωθεί εκστρατεία για την ανάκτησή της θα πάρουν μέρος (με 25.000 αγωνιστές) και : "…Τα Τρίκαλα με την Βλαχιάν, Λάρισα και Φανάρι, τα Φάρσαλα, ο Δομοκός, Ζητούνι, Λεβαδία, το να ιδούσι τον σταυρόν στην ώρα προσκυνούσι, Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι και Πρωτόλιο, Αθήνα, Θήβα, Μέγαρα, Σάλωνα, τ'αλλα όλα …" [ Στους στίχους αυτούς παρατηρούμε ότι εκτός των άλλων πόλεων αναφέρεται και η Ομηρική αρχαία πόλη ή περιοχή "Ελλάδα", που ευρίσκετο στη Δυτική κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού (ο ίδιος ο Σπερχειός την περίοδο εκείνη ονομαζόταν "Ελλάδας"). Επίσης αναφέρεται η αρχαία πόλη "Νέα Υπάτα¨(σημερινή Υπάτη), που την περίοδο εκείνη ονομαζόταν Πάτρα (Νέα Πάτρα)].

Την ονομασία "Πολιτοχώρια", την διατήρησαν τα χωριά αυτά και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μάλιστα η περιοχή των "Πολιτοχωρίων" εθεωρείτο η καρδιά της "Ρούμελης". Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τούρκοι ονόμασαν την περιοχή αυτή "Ρούμελη", που σημαίνει τουρκικά, των "Ρωμιών ή χώρα" (Ρουμ = Ρωμιός + ιλί = χώρα = Ρούμ-ιλι = Ρούμελη). Όπως είναι γνωστό την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η λέξη Έλληνας αντικαταστάθηκε από την λέξη "Ρωμιός" (που σήμαινε Έλληνας Χριστιανός Ορθόδοξος) και η λέξη Ελληνισμός αντικαταστάθηκε από τη λέξη "Ρωμιοσύνη". Οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι η περιοχή του Σπερχειού ποταμού ήταν η κοιτίδα του Ελληνισμού, για το λόγο αυτό ονόμασαν την ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Σπερχειό ποταμό "Ρούμελη". Αυτό προφανώς το συνέδεαν με την αρχαία Ελλάδα την καλλιγύναικα: "...οι τ' είχον Φθίην ηδ' Ελλάδα καλλιγύναικα Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Έλληνες και Αχαιοί των αυ' πεντήκοντα νεών ήν αρχός ο Αχιλλεύς ..." , που αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β. 683 -685), ότι ευρίσκετο στην ίδια περιοχή, αλλά και με το "7ο Θέμα Ελλάδα". Διότι, ενώ την περίοδο εκείνη ονομάζονταν "Ρωμιοί" όλοι οι Έλληνες σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι Τούρκοι δεν ονόμασαν ολόκληρη την Ελλάδα Ρούμ - ιλι (Ρούμελη) = Χώρα των Ρωμιών = Ελλήνων, αλλά μόνο την ευρύτερη περιοχή των "Πολιτοχωρίων" και της Ομηρικής αρχαίας "Ελλάδας" (πόλης ή περιοχής) που ευρίσκετο πλησίον του Σπερχειού ποταμού, που εκείνη την περίοδο ονομαζόταν και ο ίδιος "Ελλάδας". Εξ αυτού και ο Οθωμανικός Διοικητικός τίτλος "Ρούμελη Βαλεσή" = Βαλής (Διοικητής) της Ρούμελης, που έφερε επιμέρους ο τοπάρχης της σημερινής Στερεάς Ελλάδας, μέχρι και τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Η Στερεά Ελλάδα είναι από τις περιοχές της χώρας που έμειναν συγκριτικά, μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πιο κοντά στην παράδοση, σε σχέση με τον "Μοριά" και άλλες περιοχές, κατά την περίοδο τις τουρκοκρατίας. Ακόμη και η ονομασία "Ρούμ-ιλη" = χώρα των Ρωμιών, υποδηλώνει πως εκεί είχε χαραχθεί εντονότερα η φυσιογνωμία μιας παραδοσιακής Ελληνικότητας = "Ρωμιοσύνης". Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής - Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δημιουργήθηκε πλήρης Διοικητική οντότητα στην περιοχή του Σπερχειού με την ονομασία «Ελλάδα» HELLAS 7ον Θέμα, που έλεγχε τα εδάφη της παλαιάς επαρχίας της Αχαϊας Φθιώτιδας (Ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέρη της Θεσσαλίας), η οποία έφθανε Βόρεια μέχρι τον Πηνειό ποταμό και Νότια μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου (ο ίδιος ο ποταμός Σπερχειός, όπως προαναφέρθηκε, ονομαζόταν "Ελλάδας"). Τέλος, κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και καθ' όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, η περιοχή που κάλυπτε την Νότια Βαλκανική χερσόνησο (εκτός από τις παραδουνάβιες επαρχίες της Βοσνίας, της Κρήτης, της Κύπρου και κάποιων Νήσων του Αιγαίου), φερόταν ως μεγάλη Διοικητική Περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την ονομασία "RUMELIA" (Βλ. Συν. Χάρτη).      

Η Ανατολική πλευρά του Τυμφρηστού, καθώς και ο «αυχένας» - διάσελο που σχηματίζεται στη Νοτιοανατολική απόληξη του Τυμφρηστού και συνδέει τη Ράχη Τυμφρηστού με τα όρη Οξυά και Βαρδούσια, εκτός από εξαιρετικό τοπίο φυσικού κάλλους, ήταν και μία σημαντική στρατηγική θέση. Από την περιοχή αυτή διερχόταν ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο, παρακάμπτοντας τον δυσκολοδιάβατο και επικίνδυνο Σπερχειό ποταμό καθώς και τα στενά των Θερμοπυλών (Βλ. Συν. Χάρτη). Οι Ρωμαίοι, από την πρώτη στιγμή που έφθασαν στην περιοχή αυτή (όταν τους κάλεσαν οι Αιτωλοί περί το 200 π.Χ για βοήθεια, προκειμένου να αποσχισθούν από την κυριαρχία των Μακεδόνων), αντελήφθησαν αμέσως την στρατηγική σημασία της περιοχής και άρχισαν την εγκατάσταση λεγεωνάριων, προκειμένου να ελέγχουν αυτό το μεγάλης στρατηγικής σημασίας σταυροδρόμι της Κεντρικής Ελλάδας. Η ενέργεια αυτή ενόχλησε τους Αιτωλούς, διότι συνειδητοποίησαν ότι οι Ρωμαίοι είχαν κατακτητικούς στόχους και αμέσως ηγήθηκαν αντιρωμαϊκής συμμαχίας, ήταν όμως πολύ αργά !!! ["…διότι έκτοτε ήρξατο βαθεία μεταξύ Ρωμαίων και Αιτωλών απέχθεια, μέλουσα να έχει σοβαρά ως προς τους Αιτωλούς αποτελέσματα […] διδαχθέντες δε νύν σαφώς περί εκδικήσεως κατά των Ρωμαίων, αφού αυτοί πρώτοι οι Αιτωλοί ηνέωξαν εις αυτούς την εις Ελλάδα οδόν…" ( Λίβ. αυτόθ. 13, Πολ. ΙΗ΄21, 22), Ιωάν.Γ. Βορτσέλας, "Φθιώτις" 1907, σελ. 154].

Η περιοχή αυτή του Τυμφρηστού ήταν από τις πρώτες περιοχές της αρχαίας Ελλάδας που κατακτήθηκαν από τους Ρωμαίους, εποικίστηκαν συστηματικά με λεγεωνάριους και ονομάσθηκαν "Κράτος της Ρωμανίας". Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής, όπως της Ηπείρου, της ορεινής κυρίως Θεσσαλίας και Μακεδονίας, λόγω της μεγάλης φτώχειας τους κατατάσσονταν στις Ρωμαϊκές λεγεώνες για 20 - 30 χρόνια, όπου κατ’ανάγκη μάθαιναν και λατινικές λέξεις που αναμιγνύονταν με τις Ελληνικές και όταν έληγε η θητεία τους στις Ρωμαϊκές λεγεώνες, επέστρεφαν στους τόπους καταγωγής τους και μετέδιδαν τις λατινικές λέξεις στις οικογένειές τους και έτσι δημιουργήθηκε η μικτή διάλεκτος, τα Ελληνο-λατινικά = "Βλάχικα". Όσοι είχαν υπηρετήσει στις Ρωμαϊκές λεγεώνες, ονόμαζαν τους εαυτούς τους "ΑΡΜΑΝΟΥΣ", από τις λατινικές λέξεις: "ARMA ROMANUS" = ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ ΡΩΜΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ. Οι "Αρμάνοι - Βλάχοι", δεν ήταν μόνο στην Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Μακεδονία, αλλά ήταν και στην Στερεά Ελλάδα, την Αιτωλία και την Ακαρνανία. Η Ήπειρος, τα Θεσσαλικά όρη, η Πίνδος και οι Νότιες προεκτάσεις της μέχρι τα Αιτωλοακαρνανικά Όρη, τα Άγραφα, τον Τυμφρηστό (Βελούχι) και την κοιλάδα του Σπερχειού, κατοικούνταν από "Βλάχους Έλληνες" = εκλατινισμένους - λατινόφωνους ΈλληνεςΗ Ήπειρος και η ορεινή Θεσσαλία ονομαζόταν "Μεγαλο - Βλαχία", η Αιτωλία και Ακαρνανία ονομαζόταν "Μικρο - Βλαχία" και η χώρα των Δολόπων (Άγραφα - Τυμφρηστός), ονομαζόταν "Άνω -Βλαχία". 

[Σύμφωνα με τον Τίτο - Λίβιο, τον Στράβωνα, τον Κων/νο Κούμα (1832), τον Δημ. Γεωργακά (1946), την Εγκ. Πάπυρος - Λαρούς - Μριτάνικα, την Εγκ. Δομή, κ.α, η λέξη "Βλάχος" σημαίνει εκλατινισμένος γλωσσικά πολίτης - λατινόφωνος. Επειδή όμως συνέβαινε οι εκλατινισμένοι - λατινόφωνοι πολίτες να είναι και ποιμένες - νομάδες  (κτηνοτρόφοι κατά κύριο επάγγελμα ή συμπληρωματικά), ονομάζονταν "Βλάχοι" όλοι οι ποιμένες - κτηνοτρόφοι, ανεξάρτητα άν ήταν λατινόφωνοι ή όχι. Επεκράτησε δηλαδή η επαγγελματική και κοινωνική σημασία της λέξεως και όχι η γλωσσική. (Άννα Κομνηνή, "Αλεξιάς", Βιβλ. 8. παρ. 3, 4, σελ. 130): "...και οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο, βλάχους τούτους η κοινή καλείν οίδε διάλεκτος...". (Βλ. 1/ Ερευνητικό έργο: "Δρόμοι της Πίστης - Ψηφιακή Πατρολογία" του Πανεπιστημίου Αιγαίου.  2/ Σελίδα "Βλάχοι"). Τον 13ο αιώνα μ.Χ, το Διοικητικό κέντρο (Πρωτεύουσα) της "Μεγάλης Βλαχίας" βρισκόταν στις Βόρειες πλαγιές της Οίτης στην οχυρωμένη ¨Νέα Πάτρα" (Νέα Υπάτα), σημερινή Υπάτη. Η Υπάτη (Νέα Υπάτα) κτίσθηκε το 410 π.Χ από τους Αινιάνες και ήταν η πρωτεύουσά τους, όπου συνεδρίαζε το "Κοινόν των Αινιάνων" μέχρι το 280 π.Χ, που προσχώρησαν κατ΄ανάγκη στην "Αιτωλική Συμπολιτεία". Το 168 π.Χ,  με την κυριαρχία των Ρωμαίων, επανέκτησαν το "Κοινόν" τους το οποίο συνεδρίαζε πάλι στην Υπάτη (Νέα Υπάτα) μέχρι το 27 π.Χ, που ο Αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος κατάργησε το "Κοινόν των Αινιάνων" και τους ενέταξε στο "Κοινόν  των Θεσσαλών". Έκτοτε άρχισαν να συγχωνεύονται με άλλα Ηπειρωτικά κυρίως φύλα και θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς ερευνητές ως το κυριότερο προγονικό φύλο των "Σαρακατσάνων"].          

Η Ανατολική πλευρά του Τυμφρηστού και συγκεκριμένα οι "Παρυφές του Τυμφρηστού", την εποχή που κυριάρχησαν οι Ρωμαίοι ανήκε στους Αινιάνες, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε, από το 280 π.Χ είχαν υποταχθεί από τους Αιτωλούς και περιλαμβάνονταν κατ' ανάγκη στην "Αιτωλική Συμπολιτεία". [Αυτό προκύπτει από επιγραφή που αναφέρει στο βιβλίο του "Φθιώτις" 1907 (Σελ. 86), ο Ιωάννης Γ. Βορτσέλας: "...Συλλογή διαλ. Επιγραφ. Collitz 1431. Η χρονολογία της επιγραφής ταύτης δύναται χρονολογικώς να ταχθή πρό του 280 π.Χ του έτους δηλονότι κάθ' ό οι Αινιάνες προσεχώρησαν είς το Κοινόν των Αιτωλών..."]. Οι Αινιάνες κάτοικοι της περιοχής δέχθηκαν αρχικά τους Ρωμαίους σαν ελευθερωτές, διότι επανέκτησαν την ανεξαρτησία τους και επανασύστησαν το "Κοινόν" τους, το οποίο προηγουμένως είχαν καταργήσει οι Αιτωλοί, για το λόγο αυτό είχαν άριστη συνεργασία μαζί τους. Αργότερα όμως (27 π.Χ), το "Κοινόν των Αινιάνων" καταργήθηκε από τον Αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο και οι Αινιάνες υπήχθησαν αναγκαστικά στο "Κοινόν των Θεσσαλών". Από την εποχή αυτή και μετά οι Αινιάνες άρχισαν να συγχωνεύονται με άλλα Ηπειρωτικά κυρίως φύλα (Αθαμάνες, Αίθικες, Θεσπρωτούς, Μολοσσούς, Ακαρνάνες, Αιτωλούς, Αγραίους, Δόλοπες κ.α,) και το όνομα τους βαθμιαία έπαψε να υπάρχει ως ξεχωριστό φύλο. Συνέχισαν όμως την νομαδική ποιμενική ζωή των προγόνων τους, μαζί με τα άλλα αρχαία Ελληνικά φύλα που προαναφέρθηκαν, μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους από περιοχή σε περιοχή για την αναζήτηση κατάλληλων βοσκοτόπων, ξεκαλοκαιριάζοντας στα βουνά και ξεχειμωνιάζοντας στα πεδινά, χωρίς μόνιμη διαμονή και έχοντας για κατοικίες πρόχειρες καλύβες από κλαδιά και ξύλινους πασσάλους, τις οποίες ονόμαζαν «Γραίκια» = κατοικίες των Γραικών. 

Όπως προαναφέρθηκε, πολλοί ιστορικοί ερευνητές θεωρούν τους σημερινούς "Σαρακατσάνους" συνέχεια των Αινιάνων και των άλλων αρχαίων φύλων, κυρίως Ηπειρωτών, όπως ο Παναγιώτης Αραβαντινός (1811 - 1870) ο οποίος ασχολήθηκε με την Ιστορία των "Σαρακατσάνων" και τους θεωρεί: "…λείψανα των αρχαίων Αινιάνων και Ηπειρωτών, ως καταδεικνύεται έκ των Εθνικών αυτών χαρακτηριστικών της γλώσσης δηλαδή, των ηθών και της φυσιογνωμίας […] καταχρηστικός αποκαλούνται Σαρακατσάνοι, διότι ορμώνται εξ' Ελλήνων και αυτόχρημα Έλληνες εισί...". Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή οι "Σαρακατσάνοι" είναι απόγονοι των Αινιάνων, ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Αινιάνες ήταν το μοναδικό ίσως αρχαίο Ελληνικό φύλο που όχι μόνο δεν διώχθηκε και αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρωμαίους, αλλά έτυχε και σχετικής "εύνοιας". Σε αντίθεση με άλλα αρχαία Ελληνικά φύλα, όπως οι Αιτωλοί, οι Θεσσαλοί, οι Μακεδόνες, οι Ηπειρώτες, οι Κορίνθιοι (146 π.Χ) κ.λ.π, που συγκρούσθηκαν με το Ρωμαϊκό στρατό και αρκετοί από τους επεζήσαντες, ειδικότερα οι αξιωματικοί και οι πολιτικοί Διοικητές, μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στη Ρώμη. Ο Ιωάν. Βορτσέλας στο βιβλίο του "Φθιώτης" 1907, σελ. 173, αναφέρει: "... Τότε πολλαί Θεσσαλικαί πόλεις, αίτινες είχον κατασταθή ένοχοι απέναντι του νικητού, ελεηλατήθησαν υπό του Ρωμαϊκού στρατού, τα δε οχυρώματα της Δημητριάδος κατεδαφίσθησαν (Διόδ. ΛΑ, 8, 3. Γεωγρ. Συγκλ. Σελ. 267 και έξ), ωσαύτως ελεηλατήθησαν 70 πόλεις της Ηπείρου, οι δε κάτοικοι 70.000 τον αριθμόν, επωλήθησαν δίκην ανδραπόδων...(Πολύβ. Λ. 14, 1 - 7 και έξ. ΛΙβ. XLV, 33 και 34 Πλούταρχος, Αιμ. 29. 20)".                   

[Οι Αινιάνες ήταν αρχαίο φύλο της μεγάλης Ελληνικής φυλής των αυτοχθόνων Προ-Ελλήνων Πελασγών.Ήταν εγκαταστημένοι αρχικά στην κάτω κοιλάδα του Πηνειού ποταμού που ονομαζόταν "Δώτιον πεδίον". Με την εμφάνιση των Λαπιθών στην περιοχή αυτή θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν τα πεδινά και να μετακινηθούν προς την οροσειρά της Πίνδου (προς Βορρά μέχρι τον Αώο ποταμό και Νότια μέχρι τα Κίρρα). Περί τα 1200 π.Χ  θα εγκατασταθούν στις όχθες του παραποτάμου του Σπερχειού "Ιναχου" και στη συνέχεια θα απλωθούν μέχρι τις πηγές του Σπερχειού ποταμού, σε πόλη ή όμιλο μικρών οικισμών με την ονομασία "Ομίλαι" (Βλ. Χάρτη 1, Χάρτη 2). Πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και μάλιστα υπερηφανεύονταν γι'αυτό (Παυσανίας. Χ. 2, 8). Για την εγκατάσταση των Αινιάνων στις όχθες του "Ίναχου" ο μεγάλος ιστορικός Πλούταρχος (46-120 μ.Χ), "Κεφαλαίων καταγραφή Αίτια Ελληνικά" (Τ. ΙΙ, ΧΙΙΙ) αναφέρει: "Πλείονες γεγόνασιν Αινιάνων μεταναστάσεις. Πρώτον μεν γαρ οικούντες περί το Δώτιον πεδίον εξέπεσον υπό Λαπιθών εις Αίθικας (παρά την Πίνδον οικούντας). Εκείθεν της Μολοσσίας την περί τον Αραούαν χώραν κατέσχον, όθεν ωνομάσθησαν Παραούαι. Μετά ταύτα Κίρραν κατέσχον, εν δε Κίρρη καταλεύσαντες Οίνοκλον τον Βασιλέα του Θεού προστάξαντος, εις την περί τον Ιναχον χώραν κατέβησαν οικουμένην υπό Ιναχιέων και Αχαιών..."
Μετά την κυριαρχία των Ρωμαίων και ειδικότερα από το 27 π.Χ που ο Αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος κατάργησε το "Κοινόν" τους και τους ενσωμάτωσε στο "Κοινόν των Θεσσαλών", άρχισαν να συγχωνεύονται και να αποτελούν μία "Ομοσπονδία", με τα άλλα προαναφερθέντα αρχαία Ελληνικά φύλα και βαθμιαία έπαψαν να αναφέρονται ως ξεχωριστό φύλο. Η "Ομοσπονδία" αυτή των αρχαίων νομάδων - ποιμένων δια μέσου της οροσειράς της Πίνδου (Τυμφρηστός, Άγραφα, Τζουμέρκα), έφθανε μέχρι την "Δωδώνη" και τον "Θύαμη" ποταμό, τις Παρα-θυάμηδες περιοχές και την Βόρειο Ήπειρο. Το όνομα "Σαρακατσάνοι" προέκυψε από τον 18ο αιώνα και μετά, μέχρι τότε ονομάζονταν Γραικοί ποιμένες ή Γραικοποιμένες σκηνίτες. Συγκεκριμένα το όνομα "Σαρακατσάνοι" προέκυψε κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας, την εποχή του Αλή πασά, ο οποίος είχε μεγάλες συγκρούσεις με τους  Γραικο-ποιμένες - "Κλέφτες" (Δίπλα, Κατσαντώνη, Λεπενιώτη, Χασιώτη, Τσιόγκα, Μακρή, Λιακατά, κ.α). Την περίοδο αυτή έγιναν και οι μεγάλες μετακινήσεις των Γραικοποιμένων από τις περιοχές του Τυμφρηστού και των Αγράφων (που θεωρείται η κοιτίδα τους), προς άλλες περιοχές εντός της Ελλάδος, αλλά και εκτός αυτής (Μακεδονία, Θράκη, Βόρεια Ήπειρο, Σκόπια, Βουλγαρία, Μολδοβλαχία, κ.α), προκειμένου να προστατευθούν από τις διώξεις του Αλή πασά. Οι ανυπότακτοι Γραικοποιμένες μετακινούνταν μέσα από τις απότομες βουνοπλαγιές (σάρες) που δεν μπορούσαν τα στρατιωτικά σώματα του Αλή πασά να τους ακολουθήσουν και για το λόγο αυτό τους ονόμασαν "Σαρα-κατσάνους". Η λέξη είναι σύνθετη και προέρχεται από τη λέξη Σάρα, που σημαίνει απότομη βουνοπλαγιά και την λέξη Κατσάνος, που σημαίνει φυγάς = Σαρακατσάνος  (Βλ. Σελίδα: Αρχαία Ελληνικά φύλα -Αινιάνες)].                 

Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, από τους ορεινούς οικισμούς των περιοχών του Τυμφρηστού και των Αγράφων, προήλθαν σε μεγάλο ποσοστό τα πρώτα Σώματα Αντίστασης, οι "Κλέφτες", όπως τους αποκαλούσαν οι Οθωμανοί, που αργότερα όταν έφθασε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού, αυτοί οι "Κλέφτες" θα γίνουν οι Πυρήνες των Στρατιωτικών Σωμάτων Αντίστασης εναντίον της Τουρκικής εξουσίας. Όπως προαναφέρθηκε, από τη Ράχη Τυμφρηστού μέχρι την Οξυά ευρίσκετο το πιο σημαντικό τμήμα της αρχαίας οδού που συνέδεε την Ήπειρο και την Θεσσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Αυτό το τμήμα ήταν στρατηγικό σημείο διότι δεν παρέκαμπτε μόνο τον Σπερχειό ποταμό και τα στενά των Θερμοπυλών, αλλά ήταν και ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Από τα Βαρδούσια, την Οξυά, τον Τυμφρηστό, τα Άγραφα, τον Ασπροπόταμο, φθάνανε μέχρι το Σούλι, αλλά και μέχρι την Πελοπόννησο, μέσω Οξυάς – Ναυπάκτου, όπως επίσης και μέχρι τα Νησιά Λευκάδα, Ζάκυνθο, Κέρκυρα (μέσου Καρπενησιώτη -Αμφιλοχία). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στην Επανάσταση του 1821 ο ίδιος ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, όταν υπέφερε από φυματίωση, είχε το στρατηγείο του κοντά σ'αυτό το σταυροδρόμι και συγκεκριμένα στο Μοναστήρι του Προυσού

Η περιοχή των "Πολιτοχωρίων", δεν υπετάγει ποτέ ολοσχερώς στην Τυραννία των Τούρκων. Αυτό το αναφέρει και ο Δημήτριος Αινιάν, φωτισμένος αστός, αληθινός πατριώτης, γραμματέας, συμπολεμιστής και πρώτος βιογράφος του Γεωργίου Καραϊσκάκη, στο βιβλίο του "Αναμνήσεις μίας Θερινής Νυκτός έν Υπάτη", σελ 3: "…Αξιέπαινος είναι η διαγωγή των Κατοίκων Τυμφρηστού και των περιοίκων αυτών, μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και τας μετά ταύτα προς υποδούλωσιν αυτών εκστρατείας των Οθωμανών. Πολλάκις επολέμησαν τους Τούρκους και τους απεδίωξαν της πατρίδος των, αλλά μη δυνάμενοι να διατηρώνται καλώς άνευ της συγκοινωνίας των έν τη πεδιάδι χωρίων, άτινα ήδη είχον καθυποτάξει οι Τούρκοι, παραδέχθησαν και αυτοί την τουρκικήν εξουσίαν διά συμβιβασμού, υποσχεθέντες να δώσωσιν ωρισμένον φόρον εις τους Τούρκους (κατ’αποκοπήν), κατά τα λοιπά δε να αυτοδιοικώνται. Διά τούτο και οι Δημογέροντες των χωρίων εξελέγοντο παρά των κατοίκων, οι δε επαρχιακοί Δημογέροντες (προεστοί) από τους Δημογέροντας των χωρίων.
Φαίνεται ότι μία των κυριωτέρων αιτιών του συμβιβασμού τούτου υπήρξε και το ότι οι κάτοικοι του Τυμφρηστού και των πέριξ Κοινοτήτων, εσυνείθιζον να μεταβαίνωσιν εις Κωνσταντινούπολιν και εκεί να εμπορεύονται ή να μετέρχωνται τέχνας τινάς εξ’ ών επορίζοντο τα προς το ζήν, πολλάκις απέκτων και σημαντικάς περιουσίας. Αλλ’ οι Τούρκοι, φύσει βιασταί και άρπαγες, πολλάκις απεπειράθησαν να καταστήσωσι πλήρη την υποδούλουσιν των ορεινών. Το πνεύμα όμως της ανεξαρτησίας, έμφυτον είς τας καρδίας αυτών, δεν άφινεν αυτούς να καταβληθώσι. Διά τούτο πάς αδικούμενος υπό Οθωμανού και μη ευρίσκων το δίκαιον έν τη Τουρκική εξουσία, εξεδικείτο ιδίαις χερσί δια φόνου τον αδικήσαντα και απεσύρετο είς τα όρη κηρύττων άσπονδον κατά των Τούρκων μίσος. Όταν πολλοί τοιούτοι συγκεντρωθέντες κατέστησαν επίφοβοι είς τους Τούρκους και διέκοψαν μεταξύ πόλεων και χωρίων συγκοινωνίαν, ή Τουρκική εξουσία, μη δυνηθείσα να καταστρέψη αυτούς, εσύστησε Σώμα οπλοφόρων εκ των ιδίων κατοίκων, χωρίς να υπόκηνται είς ουδεμίαν βλάβην οι Οθωμανοί εκ της συγκρούσεως αυτών. Αι γενόμεναι μεταξύ των Σωμάτων τούτων συγκρούσεις δεν εγίνοντο καταστρεπτικαί προς εξόντωσιν των Κλεπτών (ούτος ωνομάσθη το Σώμα των απομακρυνομένων της κοινωνίας εξ αδικημάτων της Τουρκικής εξουσίας), διότι η καταστροφή τούτων ήθελε συνεπιφέρει αναγκαίως και την διάλυσιν των Αρματωλών, ως ωνομάσθησαν τα προς καταδίωξιν των Κλεπτών συσταθέντα Σώματα. Οι κάτοικοι δε, οίτινες εκ της υπάρξεως των Σωμάτων τούτων απέφυγον τας παρά ατόμων Τούρκων προξενουμένας είς αυτούς καταπιέσεις και αδικίας, επεθύμουν την διατήρησιν αμφοτέρων των Σωμάτων, διά τούτο και η παροιμία: «και του Κλέπτου ψωμί και του Αρματωλού χαμπέρι» (είδησι). […] «…είς  τα πέριξ του Τυμφρηστού εύρεν άσυλον και η παιδεία, καθ’ ήν εποχήν το σκότος της αμαθείας εξηπλούτο είς τα πλειότερα μέρη της Ελλάδος. Αρκεί να ονομάσω ένα λόγιον, τον Γόρδιον, ικανώς γνωστόν είς τον πεπαιδευμένον κόσμον της Ελλάδος και ότι εκ των μαθητών αυτού υπήρξαν οι διδαχθέτες τα Ελληνικά είς Άγραφα και Καρπενήσιον…" .

Ο λαογράφος - ιστορικός Δημήτριος Λουκόπουλος, ο οποίος ασχολήθηκε με την έρευνα και την μελέτη του Λαογραφικού Αρχείου, σχετικά με την ενδυμασία των κατοίκων της περιοχής των "Πολιτοχωρίων", αναφέρει ότι οι γυναίκες ξεχώριζαν από τις γυναίκες των άλλων χωριών της περιοχής, ως προς την ενδυμασία και τον καλλωπισμό γενικά. Φορούσαν δηλαδή παράλληλα με τη «σεγκούνα» και «ρούχα - Πολίτικα», που έφερναν έμποροι από την Κωνσταντινούπολη μαζί με διάφορα χρυσά, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, καρφίτσες κ.λ.π.. "… Στ’ απάνω τα χωριά άμα θέλουν να σου πούν πώς μια γυναίκα δε συνηθίζει πιά να φουρεί σεγγούνι, σου λένε: αυτή φουρεί πουλίτικα ή αυτή έχει πουλίτικη ντυμασιά, τάβγαλι τα βλάχικα και φουρεί πουλίτικα. Πρωτύτερα σε τούτα εδώ τα χωριά παράλληλα με τη σεγγούνα πολλές γυναίκες, από καλές οικογένειες φορούσαν πολίτικα (πολιτίσ’ καν αυτές έλεγαν). Τέτοια ντύματα συνήθιζαν να φορούν οι νυφάδες. Τις έβλεπες να παρουσιάζονται με πολύ μακρύ μεταξωτό φόρεμα που σβαρνιόταν κάτω. Η φούστα του ήταν κολλημένη σε κορμί μεταξωτό (σύγκορμο φουστάνι) ανοιχτό μπροστά στ’αστήθι […] Απόξω απ’αυτό φορούσε η γυναίκα στο κορμί της κι άλλο μεταξωτό με χρυσοϋφαντα σειρήτια στολισμένο κορμί. Κι’ απόξω απ’ όλα τ’άλλα φορέματα ντυνόταν μακρύ μαύρο με μεταξωτά σεράδια σεραδωμένο πανωφόρι από τσόχα φκειασμένο. […] Στο ομορφοχτενισμένο κεφάλι φορούσαν ολοκόκκινα φέσια με μακριές φούντες ολομέταξες. […] Στις γάμπες φορούσαν χρωματιστά καλτσούνια. Στα δάχτυλα είχαν ωραία χρυσά δακτυλίδια. Στ’αυτιά κρεμούσαν σκουλαρίκια ή βενέτικα φλουριά. Στο λαιμό το γκιορτάνι και στ’αστήθι έμπηγαν τη χρυσή καρφίτσα. […] Για τους άνδρες το χαρακτηριστικότερο ένδυμα του τόπου είναι η Φουστανέλλα. Η πιο ξακουστή κι’ ονομαστή Φουστανέλλα είναι αυτή που γίνεται με σαράντα μανάδες: «…αυτός φουράει Φ’στανέλλα μί σαράντα μανάδες έλεγαν… " (Σ/Σ η κάθε μάνα είχε δέκα δίπλες -πιέτες 40 χ 10 = 400, όσα ήταν και τα χρόνια της σκλαβιάς στους Τούρκους).

Η Κωνσταντινούπολη ήταν περίφημη σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο για τα υπέροχα κοσμήματα από χρυσό και ασήμι, με ή χωρίς πολύτιμους λίθους, για τα εξαιρετικά έργα χρυσοχοϊας και αργυροχοϊας, για τα περίτεχνα κεντήματα, για τα υπέροχα σε ύφασμα και χρώματα μεταξωτά, για την πλούσια ποικιλία ειδών ένδυσης και υπόδησης και γενικότερα για όλα τα είδη εκείνα τα οποία ήταν περιζήτητα στην «καλή κοινωνία». Η ακτινοβολία, η δύναμη, ο πλούτος και η μεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης, ήταν μία συνεχής πρόκληση για όλους τους πολιτισμένους λαούς. Μετά την άλωση όμως η Κωνσταντινούπολη παρουσίασε εικόνα έρημης πόλης, διότι όσοι κάτοικοι είχαν σωθεί από τη σφαγή και την αιχμαλωσία, είχαν αναζητήσει και βρεί καταφύγιο στην ηπειρωτική κυρίως Ελλάδα αλλά και στα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου και την Κρήτη. Βλέποντας ο Μωάμεθ ο Πορθητής την ερήμωση της «Πόλης» έλαβε μέτρα που αποσκοπούσαν στην άμεση επανοίκηση της. Κάλεσε όσους είχαν εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη να ξαναγυρίσουν, βεβαιώνοντας τους ότι θα ζούσαν ασφαλείς, θα τους επέστρεφε τα σπίτια τους και θα τους παραχωρούσε φορολογική ατέλεια. Επίσης, φρόντισε και έγινε η αποκατάσταση της εκκλησιαστικής διοίκησης και του Πατριαρχείου, καθώς και η ρύθμιση των σχέσεων του νεο-ϊδρυμένου κράτους με τους Χριστιανούς, οι οποίοι αποτελούσαν και το μεγαλύτερο τμήμα των υπηκόων του. Τα μέτρα αυτά έφεραν αποτέλεσμα και άρχισε αμέσως να καταφθάνει Ελληνικός πληθυσμός από όλα τα μέρη του Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη. Διότι με τα «ειδικά προνόμια» που είχαν δοθεί από τον Μωάμεθ οι πολίτες ήταν πιο ασφαλείς στην «Πόλη» απ’ ότι στις άλλες περιοχές της υπαίθρου, όπου οι καταπιέσεις και η εκμετάλλευση από τα κρατικά όργανα, οι δυσβάστακτοι φόροι και οι ληστείες, είχαν αναγκάσει ένα μέρος από τους έντρομους χωρικούς να αναζητήσουν προστασία στις δυσπρόσιτες περιοχές των βουνών. Τότε έγινε η ερήμωση της επαρχίας διότι μεγάλες ομάδες κατοίκων για να είναι ασφαλείς έπρεπε ή να εγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη ή να μεταβούν σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές. Στην περιοχή του Τυμφρηστού και των Αγράφων είχε συγκεντρωθεί τόσο μεγάλος αριθμός φυγάδων που είχε αλλάξει η δημογραφική και οικονομική κατάσταση στην περιοχή. Οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν ποτέ να φθάσουν στις δυσπρόσιτες αυτές περιοχές για να τους υποδουλώσουν και να εγγράψουν τα χωριά τους στα «κατάστιχα» της Φορολογίας και αναγκάσθηκαν να υπογράψουν στις 10 - 5 - 1525 την "Συνθήκη του Ταμασίου". 

Η "Συνθήκη του Ταμασίου" ήταν η συνθήκη με την οποία η περιοχή των Αγράφων και η ευρύτερη περιοχή του Τυμφρηστού, όπου βρίσκονταν και τα "Πολιτοχώρια", απέκτησε "Ειδικό καθεστώς αυτονομίας" καθ' όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Οι κάτοικοι των Αγράφων και των ορεινών "Πολιτοχωρίων" κατόρθωσαν και πέτυχαν μετά από σκληρούς αγώνες την "Συνθήκη του Ταμασίου", με την οποία: α/. Τα χωριά τους κηρύσσονταν αυτόνομα και αυτοδιοικούμενα. β/. Απαγορευόταν η εγκατάσταση Τούρκων στις περιοχές τους και γ/. Καθοριζόταν ο ετήσιος φόρος που θα κατέβαλε κάθε κοινότητα στην "Πύλη" (κατ' αποκοπή 50.000 γρόσια). Για την εφαρμογή της συμφωνίας καθώς και για την τήρηση της έννομης τάξης της περιοχής (Κλοπές, ληστείες κ.λ.π) υπεύθυνος ήταν ένοπλος Έλληνας Χριστιανός, που είχε ονομασθεί από τους Τούρκους Αρματολός (ο όρος προέρχεται από την λατινόφωνη = βλάχικη λέξη: armatul = οπλισμένος). Ήταν το πρώτο αρματολίκι που ιδρύθηκε στην Ελλάδα και αργότερα ιδρύθηκαν και άλλα σε άλλες περιοχές. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι Αρματολοί έλαβαν ενεργό μέρος στα απελευθερωτικά κινήματα και συνεργάσθηκαν με τους Κλέφτες. Άλλωστε και ο Ρήγας ο Βελεστινλής στον "Πατριωτικό Ύμνο της Ελλάδος και όλης της Γραικίας" αναφέρει ονομαστικά τριάντα περίπου Κλεφτο-αρματολούς ως παράδειγμα που πρέπει να μιμηθούν όλοι οι Έλληνες ("...των Αγράφων τα ξεφτέρια..." και "...των Αγράφων τα αετόπουλα..."). Η πρώτη επαναστατική κίνηση των κατοίκων της περιοχής έγινε το 1585, όταν ο αρματολός Θεόδωρος Μπούας κήρυξε επανάσταση η οποία όμως δεν είχε αποτέλεσμα. Αργότερα το 1684- 1689, άλλο κίνημα με τους οπλαρχηγούς Αγραφιώτη Χορμόπουλο, Πάνο Μεϊντάνη, Λιβίνη Καρπενησιώτη κ.ά, δεν είχε και αυτό αποτέλεσμα. Επίσης, το 1770- 1771 με τα Ορλοφικά υπήρξε αξιόλογη η συμμετοχή των Αρματολών και Κλεφτών της περιοχής αυτής όπως: Του Γεροδήμου Σταθά, του Καρακίτσου, του Κοντογιάννη (αρματολός του Πατρατζικίου, όπως ονομαζόταν η Υπάτη), των Μπουκουβαλαίων στα Άγραφα, κ.α. Ακόμη και ο Ρώσος Πράκτορας στη Στερεά Ελλάδα, Βασίλειος Ταμάρα, σε αναφορά του προς την Αγία Πετρούπολη εξυμνούσε τους Κλέφτες της περιοχής αυτής και ιδιαίτερα τους Μπουκουβαλαίους. 

Το "Ειδικό καθεστώς αυτονομίας" που υπήρχε στην περιοχή των Αγράφων (Θεσσαλικών και Ευρυτανικών), του Τυμφρηστού (Βελουχιού) και των ορεινών "Πολιτοχωρίων", κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, συνετέλεσε στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της παιδείας στην περιοχή. Εκτός από τους σημαντικούς λόγιους που κατάγονταν από την περιοχή αυτή υπήρξαν δέκα περίπου σχολές που ήταν φυτώρια εκατοντάδων μορφωμένων που διακρίθηκαν σε πνευματικά έργα και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι σπουδαιότεροι λόγιοι ήταν ο Ευγένιος Γιαννούλης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός, που ήταν πνευματικός χειραγωγός όχι μόνο των κατοίκων της Στερεάς Ελλάδας αλλά ολοκλήρου του Ελληνισμού, ο Αναστάσιος Γόρδιος, ο Διονύσιος, ο Σέργιος Μακραίος, ο Θεοφάνης κ.ά. Κατώτερα σχολεία «κοινών γραμμάτων» λειτουργούσαν σε όλα σχεδόν τα Μοναστήρια της περιοχής, ένα από αυτά ήταν και το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι, που το επισκέφθηκε ο Πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός και προέτρεψε τον Ηγούμενο να εντείνει την προσπάθειά του στη διδαχή των νέων, για να μείνει άσβεστη στις ψυχές τους η Ελληνο-Χριστιανική φλόγα. 

Η παιδεία ήταν αυτή που κράτησε άσβεστη την Ελληνική φλόγα στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής των "Πολιτοχωρίων" και την έφτασε μέχρι την μεγάλη στιγμή της Απελευθέρωσης. Μπορεί οι εγγράμματοι να μην ήταν αρκετοί, όμως οι κάτοικοι διατήρησαν τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους. Αν και είχαν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια περίπου, από τότε που έχασαν την ελευθερία τους (200 π.Χ - 1821 μ.Χ) και είχαν κατακτήσει την περιοχή τους διάφοροι λαοί (Ρωμαίοι, Σλάβοι, Φράγκοι, Τούρκοι κ.λ.π), δεν ξέχασαν ούτε την καταγωγή τους, ούτε την μεγάλη ιστορία της περιοχής τους και των προγόνων τους.

Θα αναφέρω για παράδειγμα την οικογένεια των "Αινιάνων", που καταγόταν από το χωριό Μαυρίλο Τυμφρηστού Φθιώτιδος, με απώτερη καταγωγή από την Υπάτη Φθιώτιδος. Το αρχικό επώνυμο της οικογένειας ήταν άγνωστο, θεωρείται όμως πιθανό ότι ήταν Αναγνώστου ή Οικονόμου και το άλλαξαν για να χρησιμοποιήσουν το όνομα του αρχαιότατου Ελληνικού φύλου "Αινιάνες", που κατοικούσε στην περιοχή τους και είχε πρωτεύουσα την Υπάτη. Ο πρώτος (ο γενάρχης) ήταν ο Παπα-Ζαχαρίας, διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στη σχολή του Καρπενησίου και το 1780 έγινε ιερέας και διδάσκαλος στο Μαυρίλο Φθιώτιδος. Στη συνέχεια δίδαξε στην Υπάτη Φθιώτιδος και το 1806 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, με τα τρία από τα πέντε παιδιά του, τον Γεώργιο, τον Χριστόδουλο και τον Δημήτριο, προκειμένου αυτά να σπουδάσουν σε ανώτερη σχολή. Με την ιδιότητα του οικοδιδασκάλου δημιούργησε σχέσεις με τους Φαναριώτικους κύκλους και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους γιους του. Στο σπίτι του στην "Πόλη" φιλοξενήθηκε ο Παπαφλέσσας, ο Περαιβός, ο Χρυσοσπάθης, ο Αναγνωσταράς, κ.ά. Ο Παπα-Ζαχαρίας και τα παιδιά του, χρησιμοποίησαν το επώνυμο "Αινιάν", που ήταν όνομα του αρχαίου Ελληνικού φύλου των "Αινιάνων", που κατοικούσε στην περιοχή τους από το 1200 π.Χ, γιατί ήθελαν με τον τρόπο αυτό να τιμήσουν και να ανασυνδέσουν την Αρχαία Ελληνική ζωή με την Νέα, που μόλις ξεκινούσε. 

Επίσης, ο Αθανάσιος Διάκος, όταν τραυματίστηκε στη μάχη κατά των Τούρκων στην Αλαμάνα του Σπερχειού ποταμού και συνελήφθη από τους Τούρκους, του πρότειναν να συνεργασθεί μαζί τους και να του χαρίσουν τη ζωή. Αυτός τους απάντησε με θάρρος: "...το Έθνος αποφάσισε ή να ελευθερωθεί ή να χαθεί...". Τότε ο Χαλήν Μπέης και ο Ομέρ Βρυώνης του είπαν ότι αν δεν αλλάξει πίστη και δεν συνεργασθεί μαζί τους θα τον σουβλίσουν. Εξαγριωμένος ο γενναίος Αθανάσιος Διάκος τους είπε την χαρακτηριστική φράση: "...Πάτε κι’ σείς κι’ η πίστις σας μουρτάτες (βρωμιάρηδες) να χαθείτε, εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θέλ’ απεθάνω..."Δεν λύγισε ούτε όταν του δώσανε την σούβλα να την κρατήσει. Την πήρε στα χέρια του και την πέταξε στα κεφάλια των Τούρκων. Δεν λύγισε ούτε την ώρα του ανασκολοπισμού, προτίμησε να υποστεί τους βασανισμούς των Τούρκων, παρά να προδώσει την επανάσταση σώζοντας το κεφάλι του. Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν παιδί οικογενείας αρματολών και οι γονείς του τον προόριζαν για το ιερατικό στάδιο και σε εφηβική ηλικία δέχθηκε το μοναχικό σχήμα στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, κοντά στο χωριό του πατέρα του την Αρτοτίνα. Εκεί πήρε τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης και έγινε Διάκος. Είναι βέβαιο ότι έμαθε λίγα γράμματα και λίγη Ιστορία, για την αρχαία Ελλάδα και την καταγωγή του. Δεν είναι τυχαίο ότι είπε στον Ομέρ Βρυώνη: "Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θελ’ απεθάνω" και δεν είπε: "Εγώ Ρωμιός γεννήθηκα Ρωμιός θέλ’ απεθάνω". Διότι αναφερόμαστε σε μία εποχή (23 – 04 – 1821) που το φυσιολογικό θα ήταν να έλεγε Ρωμιός και όχι Γραικός. Αυτή η φράση "Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θέλ’ απεθάνω", δεν ειπώθηκε τυχαία. Ο Αθανάσιος Διάκος γνώριζε ότι η περιοχή που γεννήθηκε και μεγάλωσε είχε μεγάλη Ιστορία. Γνώριζε ότι το παλαιότερο όνομα των Ελλήνων ήταν το Γραικός και ότι  από την περιοχή αυτή της ιδιαίτερης πατρίδος του ξεκίνησαν οι αρχαίοι οι προϊστορικοί Έλληνες, οι Γραικοί και εγκαταστάθηκαν στην Ελβετία, την Νότια Γαλλία, την Ιταλία και δημιούργησαν την "Μεγάλη Ελλάδα" (MAGNA GRECIA). Θεώρησε τιμή να ονομάσει τον εαυτό του Γραικό και όχι Ρωμιό, διότι το όνομα Ρωμιός ήταν υποτελικό στην Ρώμη και αυτός μάχονταν για την ανεξαρτησία της πατρίδος του της Ελλάδας. Σύμφωνα με τον Γάλλο ποιητή LECONTE DE LISLE (Poemes Antigues): "...Στα κορφοβούνια είν' η πηγή κάθε φυλής καθάριας..."]

Αλλά και ο Γάλλος περιηγητής Γουστάβος Εϊχτάλ (Eichthal), που επισκέφθηκε την Ελλάδα και ειδικότερα την Ανατολική Στερεά, με σκοπό να εξετάσει την κοινωνική, οικονομική και διοικητική κατάσταση της χώρας και να υποβάλλει τις προτάσεις του για την οργάνωση του Νέου Ελληνικού κράτους, στις σημειώσεις στο ημερολόγιό του έγραφε μεταξύ άλλων και για τα ήθη και έθιμα που επικρατούσαν την περίοδο εκείνη στις ορεινές περιοχές των "Πολιτοχωρίων" και συγκεκριμένα στο Γαρδίκι Ομιλαίων :  "Λαμία 16 / 18 Δεκεμβρίου 1834. Προχθές Παρασκεύην, επέστρεψα εκ της εκδρομής μου εις κοιλάδα του dΣπερχειού. Ανεχώρησα εντεύθεν το παρελθόν Σάββατον, εν μέσω πυκνής χιόνος, δια το χωρίον Βαρυμπόπη (Μακρακώμη), όπου κατοικεί ο γέρων Τσουκαλάς, πενθερός μιάς των αδελφών του κ. Χατζίσκου. Έκαυσε τρίς την οικίαν του, δια να μην την αφήση εις χείρας των Τούρκων, τώρα την κτίζει πάλιν διά τετάρτην φοράν…». […] Άφιξις εκ Γαρδικίου Ομιλαίων του Γιαννάκη Κωνσταντίνου, γυναικαδέλφου του Χατζίσκου. Ο νέος ούτος, ευπρεπέστατος την όψιν, αφού εχρημάτισε στρατιώτης, επέστρεψεν είς τα όρη του, δια να φροντίση τα κτήματα και τα ποίμνιά του. Όλοι ανομολογούν την φιλοξενίαν και την φιλοφροσύνην των ορεινών. Αι δε γυναίκες των έχουν ελευθερίαν και αφέλειαν, αγνώστους εις τα πεδινά μέρη. Τα τουρκικά ήθη και έθιμα δεν εισέδυσαν έως εκεί επάνω" [Απόσπασμα από το Βιβλίο (σελίδα 74), "Λαμία, με την γραφίδα των Περιηγητών" (1159-1940), των Συγγ: Νικολάου Ταξ. Δαβανέλλου – Γεωργίου Παν. Σταυρόπουλου].

Οι σημερινοί κάτοικοι των "Πολιτοχωρίων", θα πρέπει να αισθάνονται ιδιαίτερη τιμή και υπερηφάνεια για έναν ακόμη λόγο, όταν το Ελληνικό Έθνος είχε εξαφανισθεί κάτω από την κυριαρχία των διαφόρων κατακτητών, ο τόπος τους αποτέλεσε το λίκνο του Ελληνισμού. Το όνομα "Ελλάδα" δεν εξέλειπε ποτέ από την περιοχή τους, καθ’ όσον και επί Ρωμαϊκής-Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρχε επαρχία (έβδομο (7ο) "θέμα"), με την ονομασία "Ελλάδα" (επαρχία που περιελάμβανε το Ανατολικό τμήμα της Στερεάς Ελλάδας που έφθανε Νότια μέχρι τον ισθμό της Κορίνθου και Βόρεια μέχρι τον Πηνειό ποταμό), αλλά και στα μαύρα χρόνια της Φραγκικής και Τουρκικής βαρβαρότητας, ο Σπερχειός ποταμός ονομαζόταν "Ελλάδας". [ Βλ. Συνημ. Χάρτες: 1/. Χάρτης που απεικονίζει τα "Πολιτοχώρια" 2/. Χάρτης του 1840 που απεικονίζει την περιοχή του Σπερχειού με την ονομασία "Ελλάδα", την Υπάτη, την Σπερχειάδα (Αγά), το Γαρδίκι, τα Πουγκάκια  κ.ά ].
Έρευνα - Επιμέλεια κειμένου: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  Ν. ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ