Τσάμηδες - Θυάμηδες

 ΤΣΑΜΗΔΕΣ - ΘΥΑΜΗΔΕΣ 

«Τσάμηδες ή Θυάμηδες», ονομάζονταν οι κάτοικοι που διέμειναν γύρω από την περιοχή του ποταμού "Καλαμά" (όπως ονομάζεται σήμερα), που έχει τις πηγές του στο Βόρειο τμήμα της Ηπείρου, εκτείνεται Βορειοδυτικά των Ιωαννίνων και της αρχαίας "Δωδώνης" και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος (στο στενό της Κέρκυρας). Στην αρχαιότητα ο ποταμός αυτός ονομαζόταν "Θύαμις", η περιοχή γύρω από  τον ποταμό ονομαζόταν "Θυαμουργιά ή Θυαμεριά" και οι κάτοικοι που διέμειναν γύρω από τον ποταμό αυτό ονομάζονταν "Θυάμηδες". Όμως κατά την Ρωμαϊκή κυριαρχία (168 π.Χ - 1449 μ.Χ), λόγω της λατινικής γραφής, το αρχικό Ελληνικό γράμμα «Θ» αντικαταστάθηκε από το λατινικό «ΤΗ» και έτσι το Θύαμις έγινε «THYAMIS», το Θυάμηδες έγινε «THYAMIDES» και η περιοχή γύρω από τον Θύαμι ποταμό έγινε THYAMERIA. Αργότερα, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Οθωμανοί επηρεασμένοι από την Αλβανική λέξη Cham ή Cam, (που προέρχεται από την Σλαβική λέξη Τjama), ονόμασαν τον Θύαμι ποταμό Τσιάμα ή Τσάμ (Chιama ή Cama), τους κατοίκους που διέμειναν γύρω από τον Θύαμι ποταμό τους ονόμασαν Chamides και την ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Θύαμι ποταμό την ονόμασαν CHAMOYRIA Ή CHAMERIA.

Στις αρχές του 16ου αιώνα μ.Χ, μετά την εγκατάσταση των Σουλιωτών στην ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή του Σουλίου και την αδυναμία των Οθωμανών να τους υποτάξουν, η υψηλή Πύλη και ο Σουλτάνος, αποφάσισαν να εποίκησαν ολόκληρη την περιοχή γύρω από τον "Θύαμι"ποταμό, με επήλυδες Τουρκαλβανούς Μουσουλμάνους, προκειμένου να αλλοιώσουν τον Ελληνικό πληθυσμό και έτσι να μειώσουν την δύναμη των Σουλιωτών. Δημιούργησαν ξεχωριστό "Βιλαέτι"στην περιοχή αυτή της Ηπείρου, που περιελάμβανε την Παραμυθιά (που σημαίνει παρά τον Θύαμι), τις Φιλιάτες, την Πάργα, το Μαργαρίτι και ορισμένα χωριά του Δελβίνου. Το ξεχωριστό "Βιλαέτι" το ονόμασαν "Τσιαμουργιά"(από το "Θυαμουργιά ή Θυαμεριά", με Αλβανική γραφή = CHAMOURIA - CΗΑΜΕRΙΑ) και η κτηματική του περιουσία μοιράσθηκε σε επήλυδες Τουρκαλβανούς Μουσουλμάνους, αλλά και σε εξισλαμισμένους ντόπιους κατοίκους της περιοχής, που εξισλαμίστηκαν για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους, καθώς και για να αποκτήσουν αξιώματα (Μπέηδες, Αγάδες κ.λ.π), όπως οι: Ισλάμ Πρόνιος, Σουλεϊμάν Τσάπαρης, Μωχάμετ Νταϊλιάνης, Μπάλιο & Χασάν Χούσος κ.ά. Οι σημαντικότερες οικογένειες των εξισλαμισμένων Ελλήνων ήταν του Πρόνιου και του Τσάπαρη ή Τσαπάρη  που υπήρξαν μάστιγα για ολόκληρη την περιφέρεια και κυρίως την πεδιάδα του Φαναρίου, με τα 70 περίπου χωριά των Παρασουλιωτών που κατείχαν οι Σουλιώτες.     
  
Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912 - 1913), οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες τάχθηκαν με το μέρος των Τούρκων. Στη συνέχεια με την δημιουργία του Αλβανικού κράτους, οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες (20.000 περίπου) παρέμειναν στην Ελλάδα και μετά την Μικρασιατική καταστροφή εξαιρέθηκαν καταχρηστικά από την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (Συνθήκη της Λωζάνης και συγκεκριμένα η ενότητα που υπογράφηκε 3ο - 1 - 1923). Μετά την Ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδος (1940 - 1941) οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες τάχθηκαν στο πλευρό των εισβολέων και στράφηκαν εναντίον του άμαχου πληθυσμού της Θεσπρωτίας. Στη Διάρκεια της Ιταλογερμανικής κατοχής (1941 - 1944οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες συνεργάσθηκαν με τα στρατεύματα κατοχής και κατέλυσαν τις Ελληνικές αρχές (Ευθύνονται για την εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς, του Νομάρχου Βασιλάκου και άλλων 800 ατόμων, για πυρπόληση 2.332 κατοικιών, κ.ά). Μετά τις μάχες της Μενίνας (17 - 18 Αυγούστου και 20 - 21 Σεπτεμβρίου 1944), που έδωσε ο Ναπολέων Ζέρβας και οι αντιστασιακές ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ εναντίον των κατακτητών, οι διασωθέντες Τουρκαλβανοί Τσάμηδες εγκατέλειψαν την περιοχή της Θεσπρωτίας και εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία. Το 1991 στα Τίραννα, οι απόγονοι αυτών των Τουρκαλβανών Τσάμηδων και οι απόγονοι των εξισλαμισμένων και εξαλβανισμένων ντόπιων κατοίκων (γενιτσάρων), ίδρυσαν αρχικά Πολιτική Οργάνωση και αργότερα Πολιτικό Κόμμα, με την ονομασία "Τσαμερία" και διεκδικούν την περιοχή της «Τσιαμουριάς» ("Θυαμουργιά ή Θυαμεριά" = ÇAMËRIA  Αλβανικά), από την Β. Ήπειρο μέχρι την Άρτα, προκειμένου να την εντάξουν στη Μεγάλη Αλβανία. Όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ, διότι η περιοχή αυτή κατοικείται ανελλιπώς από Ελληνικά φύλα, από τους Προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα και θεωρείται κοιτίδα τουΕλληνισμού, καθ’όσον όλα τα γνωστά Ελληνικά φύλα είχαν αφετηρία αυτή την περιοχή ( Θεσπρωτοί, Χάονες, Μολοσσοί, Έλλοπες, Σελλοί ή Ελλοί, Γραικοί, Αινιάνες -Δωδωναίοι, Αχαιοί, Αρκάδες, κ.ά). 

Ενδεικτικά θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις, που είναι καταγεγραμμένες τόσο σε αρχαία Ιστορικά κείμενα, όσο και στα Επίσημα Αρχεία του Κράτους και καταδεικνύουν την αδιάλειπτο κατοίκηση της περιοχής αυτής από Ελληνικό πληθυσμό, από τους Προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα : 

Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής αυτής ήταν Πελασγοί (Ηρόδοτος Β. 56). Κατά την Μεσοελλαδική Εποχή (περί τα 1900 π.Χ περίπου), αποίκησαν την περιοχή αυτή οι "Θεσπρωτοί"(Ηρόδοτος Η. 47). Επίσης την ίδια περίοδο, μετακινήθηκε από την περιοχή της Κορυτσάς προς τα παράλια της Ηπείρου και ένα άλλο Ηπειρωτικό φύλο που αργότερα θα γίνει γνωστό με την ονομασία "Χάονες" (Θουκυδίδης, Ιστορία Β. 80 - 81). Οι Χάονες μαζί με τους Θεσπρωτούς και τους Μολοσσούς αποτελούσαν τις τρεις κύριες φυλές που εγκαταστάθηκαν στην Ήπειρο την αρχαία εποχή και αποτελούσαν μέρος του "Κοινού των Ηπειρωτών", έως το 170 π.Χ περίπου. Η αρχαία Θεσπρωτία καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τον σημερινό Νομό, άρχιζε από το Ιόνιο πέλαγος και έφθανε μέχρι την Πίνδο, στα σύνορα της αρχαίας Περραιβίας (σημερινής ορεινής Θεσσαλίας) και από τον Αμβρακικό κόλπο μέχρι τον ποταμό Θύαμι και βορειότερα (Ήπειρος = Άπειρος χώρα). Τα τοπωνύμια τα οποία αναφέρει ο Πτολεμαίος από Βορρά προς Νότο είναι τα εξής: «...Μετά τον λιμένα της Κασσιόπης των Χαόνων, Ποσείδιον άκρον, Βουθρωτόν κόλπος, Πηλώδης λιμήν, Θύαμις ή Θυάμιος ποταμός, Τορώνη, Σύβοτα λιμήν, Αχέροντας ποταμός εκβολαί, Ελαίας λιμήν, Νικόπολις έν τω Αμπρακίω κόλπω…» (Πτολεμαίος Γ. 14). Επίσης, κατά τον Στράβωνα (Ζ. 7. 5-6), η Θεσπρωτίαέφθανε μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο που περιελάμβανε την Κασσωπαία(περιοχή της σημερινής Πρεβέζης). Οι Θεσπρωτοί ήταν αρχαίο Ελληνικό φύλο, συγγενικό με όλα τα αρχαία Ελληνικά φύλα της υπόλοιπης Ελλάδος. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, ο αρχηγός τους ο Θεσπρωτός, ήταν γιος του Λυκάονος, ο οποίος είχε μία κόρη την Καλλιστώκαι πενήντα γιους. Ορισμένα από τα ονόματα των παιδιών του Λυκάονος όπως, οΘεσπρωτός, ο Φθίος, ο Αίμων, ο Ορχομενός, ο Μάκεδνος, ο Μαίναλος, ο Στύμφαλος, ο Κλείτωρ, ο Μαντινεύς, φθάνουν έως τις ημέρες μας από τις ονομασίες των περιοχών που είχαν τα βασίλεια τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, από την κόρη του Λυκάονα, Καλλιστώ και τον Δία, γεννήθηκε ο Αρκάς. Ο Αρκάς μαζί με τον Λυκάονα και τον γιο του Αζάν, θα εξορμήσουν από την περιοχή του Παρνασσού, όπου ήταν εγκαταστημένοι και θα κατακτήσουν την κεντρική Πελοπόννησο, την οποία ονόμασαν Αρκαδία. Ο Θεσπρωτός ήταν πατέρας του Άμβρακος, που έκτισε την αρχαία Αμβρακία (σημερινή Άρτα) πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας (Πολύβιος  Δ61).     

Οι Θεσπρωτοί αποτελούσαν ένα είδος Ομοσπονδίας συγγενικών φύλων όπως οιΓραικοί, οι Σελλοί ή Ελλοί, οι Δωδωναίοι Αινιάνες(περιοχή της Δωδώνης, της Φθιώτιδος και σύμφωνα με τον Παυσανία και της Πελοποννήσου), οι Κασσωπαίοι (περιοχή της σημερινής Πρεβέζης) και οι Περραιβαίοι(περιοχή της Ελασσόνας).Στην ομοσπονδία αυτή είχαν προσχωρήσει και οι Προ-Έλληνες  «Δρύοπες» (περιοχή του Τυμφρηστού, που ονομαζόταν και Δρυοπικό όρος).Στην Ιλιάδα Β. 748 -750, στον κατάλογο των πλοίων που πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας αναφέρονται οι Αινιάνεςκαι οι Περραιβοίμε κοινό αρχηγό τον «Γουνέα» και στόλο 22 πλοία: «...Γουνεύς δ’εκ Κύφου ήγε δύω και είκοσι νήας, τω δ’ Ενιήνες (Αινιάνες) έποντο μενεπτόλεμοι τε Περραιβοί οι περί Δωδώνην δυσχείμερον οικί’ έθεντο...». Ο Όμηρος αναφέρει ότι οι λαοί αυτοί κατοικούσαν σε μία περιοχή κοντά στη Δωδώνη και ότι ο Γουνεύς προερχόταν από την Κύφο. Οι Αινιάνες (Ενιήνες) ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους από την Δωδώνη και ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα, ο οποίος όπως είναι γνωστό τιμούσε ιδιαίτερα τον Δωδωναίο Δία: «... Δία Βασιλιά Δωδωναίε Πελασγικέ που κάθεσαι μακριά και προστατεύεις τη Δωδώνη με το βαρύ χειμώνα, γύρω δε οι Σελλοί κατοικούν, που κοιμούνται κατά γης και έχουν άνιπτα πόδια...» (Ιλιάδα Π. 233  -  235).     

Επίσης οι Αινιάνες (Ενιήνες) καυχιόνταν, ότι ήταν από τους πρώτους που είχαν περιληφθεί ευθύς εξ’ αρχής στην Αμφικτυονική ομάδα και μάλιστα από τον ίδιο τον Αμφικτύονα, τον γιο του Δευκαλίωνος του μυθικού ιδρυτή των Αμφικτυονιών (Παυσανίας Φωκικά Χ, 8, 2). Σύμφωνα με τον Παυσανία, Αινιάνες (Ενιήνες) υπήρχαν και στην Πελοπόννησο και ότι ο Γουνέας που εξουσίαζε μέρος των Δωδωναίων Αινιάνων (Ενιήνων), είχε εγκατασταθεί στο Όρθιο της Αρκαδίας και πως είχε μία κόρη που την έλεγαν Λαονόμη. Ο Παυσανίας σχολιάζοντας τις ονομασίες της Αρκαδίας συσχετίζει πολλές ονομασίες της περιοχής αυτής με ανάλογες της Περραιβίας, όπως το νερό του Φενεού που το αποκαλεί «ύδωρ εκ της Στυγός». Ο ίδιος κάνει λόγο για μία πόλη Κύφο της Αρκαδίας, που τη συσχετίζει με την Κύφο, την σημερινή Δολίχη της Ελλασσόνας. Στην Αρκαδία εντόπισε και κάποιες περιοχές με τις ονομασίες Ορχομενός, Όρθιο και Μινύια. (Παυσανίας Η ΙΙΙ 3, ΧV IIII, HXIV 2, HXV IIII). Ο Παυσανίας αναφέρει ότι η κόρη του Γουνέα, Λαονόμη υπήρξε σύζυγος του Περσέα και μητέρα του Αλκμαίονα, από τον οποίο καταγόταν ο Αμφιτρύονας που γέννησε τον Ηρακλή και θεωρείται ο άνθρωπος που θέσπισε τους Ολυμπιακούς αγώνες. 

Για τις μετακινήσεις των Αινιάνων (Ενιήνων), ο Πλούταρχος στην "Κεφαλαίων Καταγραφή, Αίτια Ελληνικά" (ΤΟΜ. ΙΙ, ΧΙΙΙ), αναφέρει: «Πλείονες γεγόνασιν Αινιάνων μεταναστάσεις. Πρώτον μεν γάρ οικούντες περί το Δώτιον πεδίον, εξέπεσον υπό Λαπιθών είς Αίθικας (παρά την Πίνδον οικούντας). Εκείθεν της Μολοσσίας την περί τον Αραούαν χώραν κατέσχον, όθεν ωνομάσθησαν Παραούαι. Μετά ταύτα Κίρραν κατέσχον, εν δε Κίρρη καταλεύσαντες Οίνοκλον τον Βασιλέα, του θεού προστάξαντος, είς την περί τον Ίναχον χώραν κατέβησαν οικουμένην υπό Ιναχιέων και Αχαιών (Φθιωτών)…» (ο «Ίναχος» είναι σήμερα παραπόταμος του Σπερχειού (στην αρχαιότητα κατέληγε στη θάλασσα, η οποία έφθανε περίπου μέχρι το σημερινό Λειανοκλάδι) και έχει  τις κύριες πηγές του στο όρος Οξυά. Όσον αφορά τους "Ιναχιείς" που αναφέρει ο Πλούταρχος προφανώς εννοεί τους Δρύοπες και τους  Αγραίους - Γραίους, που κατοικούσαν στην περιοχή αυτή και οι οποίοι αποτέλεσαν αργότερα μαζί με τους Σελλούς - Ελλούς- Αινιάνες, Θεσπρωτούς και άλλα συγγενικά φύλα μία Ομοσπονδία, που περιφέρονταν από περιοχή σε περιοχή, για την αναζήτηση των κατάλληλων βοσκοτόπων για τα κοπάδια τους). 

Μετά την εγκατάσταση τους στην περιοχή αυτή οι Αινιάνες (Ενιήνες)και λόγω ότι ήταν αναγκασμένοι να μετακινούνται συνεχώς, για την αναζήτηση κατάλληλων βοσκοτόπων για τα κοπάδια τους, συνενώθηκαν με τους Θεσπρωτούςκαι τα άλλα συγγενικά φύλα που αναφέρθηκαν παραπάνω σε μία "Ομοσπονδία", ξεκαλοκαιριάζοντας στα ορεινά βοσκοτόπια και ξεχειμωνιάζοντας στα πεδινά. Από τις πηγές του Σπερχειού, στις παρυφές του Τυμφρηστού και μέσου της Νοτ. Πίνδου, φθάνανε μέχρι την Δωδώνη (εξ' ού και Δωδωναίοι), τον άνω ρού του Αώου ποταμού (Αραούανχώρα) και τα παράλια της Βορείου Ηπείρου όπου υπήρχαν ανθηρές Ελληνικές αποικίες. Μερικές από τις γνωστές αρχαίες Ελληνικές πόλεις που ευρίσκονταν στα παράλια της Βορ. Ηπείρου ήταν η Απολλωνία, η Αμαντία, η Ωρικός, η Αντιγόνια, η Αντιπάτρεια, το Δυρράχιο, το Βουθρωτό, το  Άρβανον κ.ά(Θουκυδ., Στράβ. Παυσ., κ.α) Επίσης, σύμφωνα με τον Προκόπιο (Πολ. Γοτθ. 1,15) "...Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι, άχρις Επιδάμνου πόλεως, ήτις επιθαλαττία οικείται...". Οι πόλεις αυτές κατελήφθησαν αρχικά από τον Φίλλιπο Ε΄ (214 π.Χ) και εν συνεχεία από τους Ρωμαίους (168 π.Χ) όπου έγιναν επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Οι «εκλατινισμένοι» - λατινόφωνοι κάτοικοι που προέρχονταν από το Άρβανον της Βορείου Ηπείρου ονομάζονταν και «Αρβανίτες». Η Άννα Κομνηνή (Αλεξιάς: "Ερευνητικό έργο, "Δρόμοι της Πίστης - Ψηφιακή Πατρολογία", του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Βιβλ. 13. 5. 1, σελ. 220) [PDF], αναφέρεται στο Άρβανον με γεωγραφική και στρατιωτική έννοια: «...τω δε Ευσταθίω τω Καμύτζη τας περί το Άρβανον ανατεθείκει κλεισούρας...» [... Βιβλ. 13. 5. 2] «...Επεί δε τινά των ομορούντων τω Αρβάνω πολίχνια προέφθασαν τω Βαϊμούντω προσχωρήσαι, οι τούτων έποικοι, τας του Αρβάνου ατραπούς ακριβώς επιστάμενοι, προσελθόντες πάσαν, ως είχε, της Δεύρης την θέσιν εξηγήσαντο και τας λανθανούσας ατραπούς υπέδειξαν...». Επίσης η Άννα Κομνηνή, με βάσει τα γεγονότα του Δυρραχίου το 1081 και τους πολέμους των Βυζαντινών με τους Νορμανδούς σταυροφόρους, αναφέρεται σε κάποιον αξιωματούχο (Κομισκόρτη) που πήγε να ενισχύσει την άμυνα του κάστρου (Αλεξιάς, Βιβλ. 4. 8. 4, σελ. 73): «...και την της ακροπόλεως φρουράν τοις εκκρίτοις Βενετίκοις των εκείσε αποίκων ανέθετο, την δε γε επίλοιπον πάσα πόλιν τω εξ Αρβάνων ορμωμένω Κομισκόρτη τα συνοίσοντα δια γραμμάτων υποθέμενος...». Το  Άρβανον εκτεινόταν Βορειο-δυτικά του σημερινού Δυρραχίου και η περιοχή υπαγόταν στην πολιτική και στρατιωτική δικαιοδοσία του Βυζαντίου. Οι κάτοικοι της περιοχής του Αρβάνου ήταν Έλληνες εκλατινισμένοι - λατινόφωνοι, συνεπώς και οι Έλληνες Αρβανίτες που προέρχονται από την περιοχή του Αρβάνου είναι Ελληνικότατοι των Ελλήνων. Επίσης, το Δυρράχιον είναι η αρχαία Ελληνική πόλη Επίδαμνος (Αλεξιάς, Βιβλ. 12. 9. 4, σελ. 211): "...το μέντοι Δυρράχιον ή Επίδαμνος, αρχαία πόλις και ελληνίς...". Οι αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν τελευταία στις αρχαίες Ελληνικές πόλεις της Βορ. Ηπείρου, έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα με αντικείμενα Ελληνικά, που είτε είχαν εισαχθεί, είτε είναι απομιμήσεις Ελληνικών έργων. Στην Απολλωνία βρέθηκε μεγάλο οχυρωματικό τείχος (6,10 πάχος, 6,50 ύψος) που κτίσθηκε τον 4ον και 3ον αιώνα π.Χ. Επίσης, στο Βουθρωτό βρέθηκε αμφιθέατρο, περίφημα μωσαϊκά με μυθολογικές σκηνές όπως του Αχιλλέα με τις Αμαζόνες κ.ά.Η τέχνη στην περιοχή της Βορ. Ηπείρου, συνδέεται άμεσα με την Ελληνική τέχνη, από την Προϊστορική και την Πρώϊμη Ιστορική Περίοδο, που δημιουργήθηκαν οι Ελληνικές αποικίες στην περιοχή αυτή, έως και την Ελληνιστική περίοδο.  

Στη Θεσπρωτία, είχε εγκατασταθεί περί το 1200 π.Χ και ένα άλλο πρωτοελληνικό φύλο οι Μολοσσοί, οι οποίοι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις αρχαίες πηγές κατάγονταν από την Βασιλική δυναστεία του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέως και της Ανδρομάχης (χήρα του Έκτορος), που έφερε μαζί του ο Νεοπτόλεμος από την Τροία. Ο γιος του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης Μολοσσός γεννήθηκε στη «Φθία» - Φθιώτιδα, μετά την εγκατάσταση του Νεοπτόλεμου στην πατρίδα του, αλλά καταδιώχθηκε μαζί με την μητέρα του από την νόμιμη σύζυγο του Νεοπτόλεμου Ερμιόνη. Για τον λόγο αυτό εγκαταστάθηκε με την Ανδρομάχη στην Ήπειρο, κοντά στο Μαντείο της Δωδώνης, όπου ίδρυσαν το Βασίλειο των Μολοσσών. Ο Βασιλικός οίκος των Μολοσσών ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τον Αχιλλέα, γι’ αυτό τους αποκαλούσαν και «Αιακίδες». Το 400 - 350 π.Χ οι Μολοσσοί έγιναν το ισχυρότερο φυλετικό κράτος στην περιοχή της Ηπείρου. Κυριότεροι εχθροί τους ήταν οι Ιλλυριοί, που τους προκαλούσαν σοβαρές απώλειες, γι’ αυτό η Σπάρτη έστειλε στρατεύματα να τους ενισχύσει. Με τη βοήθεια του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας, που είχε παντρευτεί την Μολοσσή πριγκίπισσα Ολυμπιάδα (μητέρα του Αλέξανδρου), οι Μολοσσοί υπέταξαν τις περιοχές της Κασσώπης (σημερινό Νομό Πρεβέζης).

Σύμφωνα με όλους τους αρχαίους ιστορικούς (Θουκυδίδης, Στράβων, Απολλόδωρος, Πτολεμαίος, Παυσανίας, κ.α), οι Μολοσσοί κατόρθωσαν να ενοποιήσουν την Ήπειρο, στα τέλη του 5ου και του 4ου αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η λίθινη στήλη της Δωδώνης (τιμητικό ψήφισμα του 370 π.Χ), όπου αναφέρεται επέκταση της κυριαρχίας τους σε όλη την περιοχή της Ηπείρου. Από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες κατά τους Ιστορικούς χρόνους, υπήρξαν ο Θαρύπας (423-390 π.Χ) και ο Πύρρος (318-272 π.Χ). Ο Πύρρος, γιος του Αιακίδη Βασιλιά της Ηπείρου (Δυναστεία των Αιακιδών), άνδρας υψηλής μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Σε επίγραμμα στο ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς αναφέρεται ως Μολοσσός. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, στην Ήπειρο εδραίωσε το κράτος του, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη για 35 περίπου χρόνια. Το κράτος του Πύρρου εκτεινόταν Νότια μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο, και Βόρεια μέχρι το σημερινό Ελβασάν (κοντά στον ποταμό Σκούμπινι ή Γενούσο), στη σημερινή κεντρική Αλβανία (Βλ. Αρχαίο Χάρτη). Ο Πύρρος έκανε την Ήπειρο το ισχυρότερο κράτος στην Ελλάδα και οι νίκες του εναντίον των Ρωμαίων ήταν εντυπωσιακές. Το κυριότερο όμως επίτευγμα του ήταν η ενοποίηση και ανάπτυξη της Ηπείρου, όπου χτίστηκαν οχυρωμένες πόλεις με ναούς και θέατρα, από την Αμαντία στο Βορρά μέχρι την Κασσώπη στο Νότο. Η Δωδώνη, η Πασσαρών, η Απολλωνία, η Αμβρακία, η Κίος, η περιοχή κοντά στο Αργυρόκαστρο, η περιοχή κοντά στις Φιλιάτες κ.λ.π, στολίστηκαν με θαυμαστά οικοδομήματα και με λάφυρα. Τα επίσημα αρχεία, καταγεγραμμένα στις πέτρες του θεάτρου στο Βουθρωτό (απέναντι από την Κέρκυρα), είναι όλα στα Ελληνικά και περιέχουν Ελληνικά ονόματα. Ανάμεσα στον Αώο ποταμό και τον κόλπο της Άρτας έχουν καταγραφεί περίπου 120 οχυρωμένες πόλεις και πολλές οχυρωμένες στρατηγικές θέσεις χωριών. 

Νότια του όρους Πτελεόν (όρη του Ζαλόγγου), ήταν κτισμένη η αρχαία Κασσώπη πρωτεύουσα των Κασσωπαίων (Στράβων 7, 6). Στην πόλη αυτή υπήρξε έδρα της τοπικής Αμφικτυονίας (200 μέτρα ανατολικά του οικισμού, πάνω στο όρος Πτελεόν). Τον 4ον αιώνα ήταν πολιτικό και διοικητικό κέντρο του «Κοινού των Ηπειρωτών». Ο πληθυσμός της πόλης τον 4ον αιώνα υπολογίσθηκε σε 9.000 κατοίκους και τον 3ον και 2ον αιώνα σε 12.000 περίπου. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η πόλη αφενός ήταν πυκνοκατοικημένη, αφετέρου αποτελούσε καταφύγιο των γύρω πληθυσμών σε δύσκολους καιρούς. Η αρχαία Κασσώπη και μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους στρατιώτες, (168 π.Χ), εξακολουθούσε να κατοικείται και πολλά κτίρια ανοικοδομήθηκαν. 

Επίσης στη Θεσπρωτία βρίσκεται και ο ποταμός Αχέροντας καθώς και η Αχερουσία λίμνη. Ο Αχέροντας αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Όμηρο, με βάση τον οποίο φαίνεται ότι διαμορφώθηκαν οι μετέπειτα αντιλήψεις για τις σχέσεις του Αχέροντος με τον Άδη. Ο Ηρόδοτος βεβαιώνει τη λειτουργία του Νεκρομαντείου και τα ειδώλια της Περσεφόνης (από τον 8ο αιώνα π.Χ), το οποίο βρισκόταν κοντά στον Αχέροντα απ’ όπου διαπορθμεύονταν οι ψυχές στον Άδη. Σε ανασκαφές που έγιναν, από το 1958 έως το 1976, αποκαλύφθηκε ύπαρξη ιερού του Άδη στον Αχέροντα τουλάχιστον από τους Ελληνιστικούς χρόνους. Αναμνήσεις αυτής της περιόδου αλλά και ακριβείς λεπτομέρειες των ταφικών τύμβων, διατηρήθηκαν στα εντόπια έπη, που συνέδεαν τον Αχιλλέα με την Δωδώνη και έφερναν τον Οδυσσέα στη Θεσπρωτία και έδωσαν υλικό για τα μεταγενέστερα Ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, την Θεσπρωτίδα και την Τηλεγονεία.

Το γεγονός της απουσίας μονίμων οικισμών στην Πρωτοελλαδική και Μεσοελλαδική περίοδο και η χρήση απλών αγγείων και λίθινων εργαλείων φανερώνουν την επιβίωση του νομαδικού κτηνοτροφικού τρόπου ζωής των κατοίκων, που μετακινούνταν με τα αιγοπρόβατά τους για τα θερινά και τα χειμερινά βοσκοτόπια. Όπως αποκαλύπτουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, υπήρχαν στενές επαφές με την Νότια Ελλάδα στην διάρκεια της Υστεροελλαδικής (Μυκηναϊκής Εποχής 1600-1100 π.Χ). Υποστηρίζεται μάλιστα ότι οι Θεσπρωτοί ήταν αυτοί που δημιούργησαν τον ρυθμό των λεγόμενων «Μινυακών» αγγείων μεταφέροντας στον πηλό ξύλινα πρότυπα. Επίσης, την ίδια περίοδο θα επεκταθούν στην Ιθάκη, την Κεφαλληνία, την Λευκάδα, την Ακαρνανία και γενικά είχαν φιλικές σχέσεις με όλα τα Ελληνικά φύλα, με τα οποία συμμαχούσαν εναντίον των «Ταφίων πειρατών» (ερείπια της πόλης Τάφου ; στην Κεφαλλονιά, θέση Ταφιός ;) και επέτρεπαν στους προσκυνητές που πήγαιναν στο Μαντείο της Δωδώνης  να διασχίσουν την χώρα τους. 

Φορείς του «Μυκηναϊκού» πολιτισμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας, ήταν το συγγενικό Πρωτο-Ελληνικό φύλο οι Αχαιοί. Οι Αχαιοί εξαπλώθηκαν σε διάφορες περιοχές, από την Κρήτη και την Κύπρο, έως τον Εύξεινο Πόντο και την Μικρά Ασία. Στη Θεσπρωτία εγκαθιδρύθηκε μία δυναστεία των Αχαιών στην πόλη Εφύρα (το 343 π.Χ, δόθηκε το παλαιό της όνομα Κίχυρος, από τον Βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππο Β΄) η οποία βρισκόταν κοντά στον Αχέροντα. Όπως προαναφέρθηκε, οι προσκυνητές συμβουλεύονταν το «Μαντείο των Νεκρών» που ευρίσκετο εκεί, καθώς και εκείνο του Διός στη Δωδώνη. Οι Αχαιοί ήταν αυτοί που κληροδότησαν στους Έλληνες τα ονόματα: Αχαιός, Αχελώος, Αχιλλέας, Αχέροντας, Αχερουσία, Ίναχος κ.ά. Στα έπη του Ομήρου (Ιλιάδα, Οδύσσεια) όλοι όσοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας αναφέρονται ως «Αχαιοί». «Έλληνες» αναφέρονται μόνο οι στρατιώτες του Αχιλλέα που κατάγονταν από την περιοχή ή πόλη Ελλάδα την καλλιγύναικα, που ευρίσκετο κάπου κοντά στις πηγές του Σπερχειού ποταμού: «...οι τ' είχον Φθίην ήδ' Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός Αχιλλεύς...» (Ιλιάδα Β. 681 - 685).

Επίσης, στην Ιλιάδα (Ψ. 141 - 148) υπάρχει αναφορά του μεγαλύτερου ήρωα του Τρωϊκού πολέμου Αχιλλέα, προς το θεοποιημένο ποτάμι τον Σπερχειό, κατά την ταφή του επιστήθιου φίλου του Πάτροκλου: «...Σπερχειέ, άλλως σοί γε πατήρ ηρήσατο Πηλεύς κείσε με νοστήσαντα φίλην ές πατρίδα γαίαν σοί τε κόμην κερέειν ρέξειν θ' ιερήν εκατόμβην, πεντήκοντα δ' ένορχα παρ' αυτόθι μήλ' ιερεύσειν ές πηγάς, όθι τοι τέμενος βωμός τε θύεις....(Σπερχειέ, αλλοιώς σου’ταξε ο πατέρας μου ο Πηλέας στην ποθητή πατρίδα αν γύριζα εκεί πέρα, τα μαλλιά μου στη χάρη σου να κόψω και πάνω από πενήντα βαρβάτα κριάρια, πλάϊ στους όχτους σου να σφάξω, κάνοντας μεγάλη θυσία πάνω στις πηγές σου, όπου’ ναι το Τέμενος κι ο ευωδιαστός βωμός...»). Δεν γνωρίζουμε βέβαια ακόμη σήμερα που ευρίσκετο το Τέμενος και ο ευωδιαστός βωμός που αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, γνωρίζουμε όμως ότι εκεί πάνω στις πηγές του Σπερχειού, στις παρυφές του Τυμφρηστού, είχαν εγκατασταθεί οι Αινιάνες τουλάχιστον από το 1.200 π.Χ, στην πόλη ή όμιλο οικισμών, με την ονομασία "Ομίλαι" και οι οποίοι, σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 8, 2), πίστευαν ότι ήταν απόγονοι του Αχιλλέα και μάλιστα υπερηφανεύονταν γι'αυτό. Όπως προαναφέρθηκε οι Αινιάνες, οι Γραικοί, οι Σελλοί ή Ελλοί, οι Έλλοπες, οι Δωδωναίοι, οι Περραιβαίοι, οι Κασσωπαίοι, ήταν συγγενικά φύλα και αποτελούσαν μια Ομοσπονδία μαζί με τους Θεσπρωτούς και τους Προ-Έλληνες Δρύοπες που μετακινούνταν με τα αιγοπρόβατα τους, για τα θερινά και τα χειμερινά βοσκοτόπια σε όλες τις περιοχές, από τις παρυφές του Τυμφρηστού έως και την Βόρειο Ήπειρο.

Για την σχέση των αρχαίων φύλων της Θεσπρωτίας με τους κατοίκους της Φθιώτιδας, ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος στη "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", στο Κεφάλαιο ΦΘΙΑ και ΕΛΛΗΝΕΣ αναφέρει τα εξής: «... Παρά τω Αριστοτέλει το όνομα Σελλοί ή Έλλοί το διδόμενον υπό του Ομήρου είς τους υποφήτας του εν Δωδώνη λατρευομένου Διός, μεθίσταται είς την έννοιαν φυλής Σελλών ή Ελλών, μετά τούτους δε μνημονεύεται και η φυλή των Γραικών...». 
[ ...] Η φυλή αυτή κοιτίδα έχουσα την έν Ηπείρου παρά το Μαντείον της Δωδώνης και λαβούσα το όνομα από των υποφητών του έν Δωδώνη λατρευομένου Πελασγικού Διός, των καλουμένων Σελλών ή Ελλών. Από της Ηπειρωτικής ταύτης χώρας μετανάστευσεν άγνωστον υπό ποίας περιστάσεις, ίσως ένεκεν επιδρομής Ιλλυρικών βορειόθεν γενομένης, είς τας υπωρείας της παρακειμένης Πίνδου και διά των πυλών της οροσειράς αυτής εισελθούσα, εν Φθία εγκατεστάθη. 
[ ...] Ότι οι Έλληνες ούτοι της Φθίας είναι ομόφυλοι και ομογενείς προς τους Σελλούς ή Ελλούς της Ηπείρου, μαρτυρεί σαφώς ο Όμηρος ποιών τον Αχιλλέα, δεόμενον του Δωδωναίου Διός ως πατρίου θεού: «...Ζεύ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ, τηλόθι ναίων Δωδώνης μεδεών δυσχειμέρου αμφί δε Σελλοί σοι ναίουσ’ υποφήται ανιπτόποδες χαμαιεύναι ...» (Ιλιάς Π 233 -235). 

Πάρα πολλοί Ιστορικοί Ερευνητές θεωρούν τους σημερινούς «Σαρακατσάνους», συνέχεια των συγγενικών φύλων, Γραικών, Σελλών ή Ελλών, Αινιάνων, Δωδωναίων, Περραιβών, Αθαμάνων, Κασσωπαίων, Δρυόπων, που αποτελούσαν μία Ομοσπονδία μαζί με τους Θεσπρωτούς και περιφέρονταν από περιοχή σε περιοχή, για την αναζήτηση των κατάλληλων βοσκοτόπων για τα κοπάδια τους. Ο Παναγιώτης Αραβαντινός (1811-1870), ο οποίος ασχολήθηκε με την Ιστορία των «Σαρακατσάνων», τους θεωρεί: «...λείψανα των αρχαίων νομάδων Αινιάνων και Ηπειρωτών, ως καταδεικνύεται εκ των Εθνικών αυτών χαρακτηριστικών της γλώσσης δηλαδή, των ηθών και της φυσιογνωμίας...». Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω συγγενικών φύλων, εκτός από την γλώσσα, τα τραγούδια ("...κίνησαν τα τσαμόπουλα τα σαρακατσανόπουλα να πάν στον πέρα μαχαλά που ν΄τα κορίτσια τα καλά..."), τα ήθη και την φυσιογνωμία, ήταν και η ενδυμασία με την Φουστανέλλα. Η εξέλιξη δηλαδή της πολεμικής ενδυμασίας του Αχιλλέα (Χαλκοχιτώνας-Χαλκοθώρακας) καιτης πολεμικής εξάρτησης των Ελλήνων στη μάχη Θερμοπυλών (Ελληνικοί Θώρακες), που κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας προστέθηκαν στο κάτω μέρος πτυχές, κάθε χρόνο σκλαβιάς και μία. Η ονομασία της Φουστανέλλας δεν προέρχεται από  την «φούστα» την γυναικεία, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά από την λατινική λέξηΦούστ, που σημαίνει πολεμική ενδυμασία (Φουσάτο, εξ' ού και το εμβατήριο: "...των εχθρών τα φουσάτα περάσαν...").Φούστ’-Ελλάς =Φουστανέλλα = πολεμική ενδυμασία των Ελλήνων. Ότι η Φουστανέλλα είναι η εξέλιξη της πολεμικής εξάρτησης του Αχιλλέα (Χαλκοχιτώνας -Χαλκοθώρακας) και των αρχαίων Ελλήνων (πολεμικοί θώρακες), προκύπτει και από ζωγραφιά του Αχιλλέα που βρέθηκε πάνω σε ερυθρόμαυρο αμφορέα και είναι της περιόδου περί το 440 π.Χ (Μουσείο Βατικανού). Ο ζωγράφος, ζωγράφισε τον Αχιλλέα με τον Ελληνικό πολεμικό θώρακα, που ήταν η πολεμική εξάρτηση των Ελλήνων εκείνη την χρονική περίοδο. [ Βλ. Φωτο-Ζωγραφιά του Αχιλλέα με τον Χαλκοθώρακα, πάνω σε ερυθρόμορφο αμφορέα του 440 π.Χ., τους Ελληνικούς πολεμικούς Θώρακες, της περιόδου περί το 480 π.Χ (μάχη Θερμοπυλών), τους Φουστανελλοφόρους - «Ευζώνους», στην Προεδρική Φρουρά σήμερα].

Σε όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας οι επαναστάτες υπερήφανοι Έλληνες, όταν αδικούνταν από τους Τούρκους και ανέβαιναν στις απάτητες βουνοκορφές, ανυπότακτοι, αλύγιστοι, αδούλωτοι, ελεύθεροι, είχαν για πολεμική ενδυμασία την Φουστανέλλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Σουλιώτες, οι οποίοι ήταν απόγονοι των αρχαίων Θεσπρωτών και Σελλών, που κατοικούσαν σε αυτή την περιοχή. Η ονομασία της περιοχής που εγκαταστάθηκαν δεν ονομάσθηκε τυχαία "Σούλι", ήθελαν με το όνομα αυτό να θυμίζουν την αρχαία καταγωγή τους από τους "Σελλούς". Οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου ήταν από την περιοχή αυτή (Παραμυθιά, Μαργαρίτη, Φανάρι κ.λ.π), που αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους, όταν οι Τούρκοι άρχισαν τον σκληρό εξισλαμισμό των κατοίκων της περιοχής, μετά το δεύτερο αποτυχημένο κίνημα του Μητροπολίτου Τρίκκης, Διονυσίου του Φιλοσόφου (Σκυλοσόφου), το 1611. [Ο Μητροπολίτης Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός από τους Τούρκους και το δέρμα του αφού το γέμισαν με άχυρα το περιέφεραν από πόλη σε πόλη μέχρι και την Κωνσταντινούπολη].    

Οι συνολικά 47 «φάρες» (οικογένειες - πατριές), κάτοικοι των 11 χωριών που περιληπτικά ήταν γνωστά ως Σούλι, είχαν καταφύγει σε αυτή την ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή μη αντέχοντας την καταπίεση των Τούρκων κατακτητών. Επειδή τα προϊόντα του άγονου εδάφους της περιοχής δεν επαρκούσαν για να ζήσουν οι Σουλιώτες, υπέταξαν 70 περίπου πεδινά χωριά της Θεσπρωτίας, κυρίως από την πεδιάδα της Παραμυθιάς και του Φαναρίου (περιοχές που είχαν εγκαταλείψει οι προγονοί τους πριν ανέβουν στις δυσπρόσιτες περιοχές του Σουλίου) και εισέπρατταν αυτοί τους φόρους, σε χρήμα και σε είδος, τους οποίους προηγουμένως εισέπρατταν οι Αγάδες της περιοχής. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών ονομάζονταν «Παρασουλιώτες» και με την προστασία τωνΣουλιωτώνδεν ενοχλούνταν από τους Τούρκους, διότι είχαν αναλάβει αυτοί να τους εκπροσωπούν στις Τουρκικές αρχές. Οι μεν Σουλιώτες, κάτοικοι των 11 χωριών είχαν την Διοίκηση στην «Ομοσπονδία ή Συμπολιτεία», οι δε «Παρασουλιώτες», κάτοικοι των 70 περίπου χωριών της πεδιάδας, ήταν υποτελείς σε αυτούς. Σε περίοδο πολέμου οι κάτοικοι των 7 χωριών (Επταχωρίου), που ευρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού, ανέβαιναν για προστασία στα 4 ορεινά χωριά (Τετραχώρι), διότι υπήρχε καλή οχύρωση πάνω στους απότομους βράχους. Σε περίοδο ειρήνης, οι Σουλιώτες των 11χωριών, ασχολούνταν με την είσπραξη των φόρων από τους κατοίκους των 70 χωριών στο «Παρασούλι», που είχαν υπό την προστασία τους και εν συνεχεία απέδιδαν ένα μέρος απ’αυτούς στην «Πύλη». Επίσης, δεν ήταν λίγες οι φορές που εισέπρατταν φόρους για λογαριασμό τους, από τους γειτονικούς Αγάδες και Πασάδες, προκειμένου να μη λεηλατούν τις περιουσίες τους. Ήταν δηλαδή ταυτόχρονα άρχοντες και αρχόμενοι. Αυτό είχε εξοργίσει τις μουσουλμανικές αρχές και επεδίωκαν με κάθε τρόπο να τους αφανίσουν

Λόγω όμως της αδυναμίας των Οθωμανών να υποτάξουν τους Σουλιώτες, η υψηλή «Πύλη» και ο Σουλτάνος αποφάσισαν να εποίκησουν ολόκληρη την περιοχή γύρω από τον Θύαμι (Καλαμά) ποταμό με επήλυδες ΤουρκαλβανούςΜουσουλμάνους, προκειμένου να αλλοιώσουν τον Ελληνικό πληθυσμό και έτσι να μειώσουν την δύναμη των Σουλιωτών . Δημιούργησαν ξεχωριστό «Βιλαέτι» (επαρχία) στην περιοχή αυτή της Ηπείρου, που περιελάμβανε την Παραμυθιά, τις Φιλιάτες, την Πάργα, το Μαργαρίτι, και ορισμένα χωριά του Δελβίνου. Το ξεχωριστό «Βιλαέτι» ονομάσθηκε «Τσιαμουριά» και η κτηματική του περιουσία μοιράστηκε σε εποίκους Τουρκαλβανούς Μουσουλμάνους και σε εξισλαμισμένους ντόπιους κατοίκους της περιοχής (Ισλιάμ Πρόνιος, Μωχάμετ Νταϊλιάνης, Σουλεϊμάν Τσάπαρης, Μπάλιο & Χασάν Χούσος κ.ά), που εξισλαμίστηκαν για να διατηρήσουν τις περιουσίες τους, καθώς και για να αποκτήσουν αξιώματα (Μπέηδες, Αγάδες κ.λ.π). Οι σημαντικότερες φάρες ήταν του Ισλιάμ Πρόνιου και του Σουλεϊμάν Τσάπαρη ή Τσαπάρη οι οποίες υπήρξαν για ολόκληρη την περιφέρεια μεγάλη μάστιγα. Το Νότιο μέρος της «Τσαμουριάς» και κυρίως η πεδιάδα του Φαναρίου με τα 70 περίπουχωριά των "Παρασουλιωτών", που κατείχαν οι Σουλιώτες, βρίσκονταν σε συνεχείς πολέμους με τους "Προνιάτες", και τους "Τσαπαραίους", τις τοπικές μουσουλμανικές αρχές (Μπέηδες, Αγάδες), καθώς και με τους πασάδες των Ιωαννίνων: Χατζή Αχμέτ το 1731, του Μουσταφά πασά το 1754 και αργότερα με τον Αλή πασά –Τεπελενλή 1791–1792, 1802– 1803. 

Οι απόγονοι αυτών των Τουρκαλβανών Μουσουλμάνων Τσάμηδων και ορισμένοι απόγονοι των εξισλαμισμένων και εξαλβανισμένων ντόπιων κατοίκων (γενιτσάρων), διεκδικούν σήμερα ολόκληρη την Ήπειρο, προκειμένου να την εντάξουν στη Μεγάλη Αλβανία. Όμως η περιοχή αυτή κατοικείται ανελλιπώς από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα από Ελληνικά φύλα και είναι η κοιτίδα τουΕλληνισμού, καθ’όσον όλα τα γνωστά Ελληνικά φύλα είχαν αφετηρία αυτή την περιοχή. Όπως προαναφέρθηκε, στην περιοχή αυτή ευρίσκετο το Μαντείο της Δωδώνης, ο Αχέροντας ποταμός, η Αχερουσία λίμνη, το Νεκρομαντείο και φυσικά ο Θύαμις ποταμός, που σήμερα δυστυχώς ακόμη ονομάζεταιΚαλαμάς!!!. Ο Θύαμις ποταμός, που έχει τις πηγές του στο Βόρειο τμήμα της Ηπείρου, εκτείνεται Βορειοδυτικά της αρχαίας Δωδώνης, διασχίζει την εύφορη πεδιάδα της Παραμυθιάς - Μαργαριτίου - Φαναρίου και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος, ήταν ο «Πυρήνας» του Βιλαετίου της «Τσαμουριάς»Ο Θύαμις ποταμός κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας προφέρονταν «Τσάμ» (Cham) λόγω της Αλβανικής γραφής, διότι το Ελληνικό γράμμα (Θ) αντικαταστάθηκε με το λατινικό (CΗ = ΤΣΙ). Οι περί τον ποταμό κάτοικοι, ονομάζονταν ανεπίσημα «Θυάμηδες» και με την Αλβανική γραφή και προφορά «Τσάμηδες»: CHAM 'H CAM = ΤΣΑΜΗΔΕΣ ΚΑΙ Η ΘΥΑΜΟΥΡΓΙΑ Ή ΘΥΑΜΕΡΙΑ = CHAMOYRIA Ή CHAMERIA

[ Για την προέλευση του ονόματος "Τσαμουριά", έχουν διατυπωθεί απόψεις που κανονικά θα έπρεπε να τις παραλείψω, διότι δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, όμως επειδή θέλω ο αναγνώστης να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα, αναφέρω ενδεικτικά τέσσερις. Η πρώτη άποψη θέλει η ονομασία να προέρχεται από την τουρκική λέξη Τσιάμι, που σημαίνει πεύκο - έλατο. Η δεύτερη άποψη θέλει την ονομασία να προέρχεται από την Τουρκική λέξη Τσιαμούρ, που σημαίνει λάσπη - πηλό. Η τρίτη άποψη είναι του Γάλλου Πουκεβίλ, προξένου στην Αυλή του Αλή πασά, που ισχυριζόταν ότι οι Τσάμηδες προέρχονται από μία Αλβανική φυλή των Σάμεις. Όμως τέτοια φυλή ή φύλο δεν υπήρξε ποτέ στην Αλβανία, αλλά ούτε και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τέλος, η τέταρτη άποψη θέλει την ονομασία να προέρχεται από την λέξη Θάμαρ, που στα Ηπειρώτικα σημαίνει Τσιάμας και από το Τσιάμας προέκυψε η ονομασία Τσιαμουργιά. Και αυτή η άποψη δεν ευσταθεί. Πρώτον διότι η Θάμαρ (εγγονή του Μιχαήλ Β΄Αγγέλου) ούτε κατοίκησε ούτε διοίκησε την περιοχή αυτή ώστε να αφήσει το όνομά της. Δεύτερον ο Στράβων, Έλληνας γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός (64 π.Χ - 24 μ.Χ), που έζησε ι.200 χρόνια περίπου, πριν από την κόρη του Μιχαήλ Β΄Αγγέλου, Θάμαρ, ονομάζει τον σημερινό ποταμό Καλαμά, Θύαμι ή Θυάμιο. Το ίδιο κάνει και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (Γ. 14), Έλληνας φυσικός, φιλόσοφος, γεωγράφος (90-168 μ.Χ). Και τρίτον η ονομασία της περιοχής που ευρίσκετο γύρω από τον Θύαμι ποταμό, ονομαζόταν από την αρχαιότητα Θυαμουργιά ή Θυαμεργιά. Όμως κατά την Ρωμαϊκή κυριαρχία (168 π.Χ-1449 μ.Χ), λόγω της λατινικής γραφής, το αρχικό Ελληνικό γράμμα (Θ) αντικαταστάθηκε με το Λατινικό (ΤΗ) και ο Θύαμις ποταμός έγινε Thyamis, οι Θυάμηδες έγιναν Thyamides και η περιοχή γύρω από τον Θύαμι ποταμό έγινε TΗYΑΜΟΥΡΙΑ Ή TΗYΑΜΕΡΙΑ. Αργότερα, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι Οθωμανοί επηρεασμένοι από την Αλβανική λέξη Camb ή Cama (η λέξη προέρχεται από την Σλαβική λέξη Tjama), ονόμασαν τον Θύαμι ποταμό Τσιάμα ή Τσάμ (Tham ή Cam), τους κατοίκους που διέμειναν γύρω από τον Θύαμι ποταμό τους ονόμασαν Chamides και την ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Θύαμι ποταμό την ονόμασαν CHAMOYRIA Ή CAMERIA].

Η περιοχή αυτή αποτελούσε τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. Μετά την κατάλυση του Δεσποτάτου το 1449, η περιοχή περιέρχεται στους Τούρκους, όμως ελάχιστοι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν εκεί από την αρχή. Μέχρι τον 16οναιώνα ο πληθυσμός ήταν Ελληνικός και Χριστιανικός και δεν υπήρχαν στην περιοχή Τούρκοι αλλά ούτε και Αλβανοί, συνεπώς οι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής, οι «Θυάμηδες», ήταν Έλληνες . Η Θεσπρωτία ήταν η κοιτίδα του Ελληνισμού, με όλα τα αρχαία φύλα (Γραικοί, Σελλοί ή Ελλοί, Έλλοπες, Δωδωναίοι - Αινιάνες, Κασσωπαίοι κ.ά). Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου, που ήταν από την περιοχή αυτή (Τζαβελαίοι, Ζερβαίοι, Δαγκλαίοι, κ.ά), έδωσαν το όνομα "Σούλι", διότι ήθελαν με το όνομα αυτό να θυμίζουν την αρχαία καταγωγή τους από τους "Σελλούς". Τον 16ον αιώνα και συγκεκριμένα μετά το δεύτερο αποτυχημένο κίνημα του Μητροπολίτου Διονυσίου του Φιλοσόφου, το 1611, οι Οθωμανοί για να επιβάλουν την απόλυτη κυριαρχία τους στην περιοχή άρχισαν ένα βίαιο και σκληρό εξισλαμισμό σε όλη την Ήπειρο και ειδικότερα στην περιοχή της Παραμυθιάς ("Παρά τον Θύαμι" = Παραθυμιά = Παραμυθιά), έκαναν την Διοικητική διαίρεση της περιοχής, προκειμένου να ελέγχουν όχι μόνο Διοικητικά, αλλά και οικονομικά την πεδιάδα της Παραμυθιάς του Μαργαριτίου και του Φαναρίου, που ήταν και είναι από τις πιο εύφορες περιοχές της Ηπείρου. Μεγάλες Τουρκικές οικογένειες έλεγχαν κατά τρόπο φεουδαρχικό την περιοχή αυτή και αρκετοί Έλληνες παλαιοί κάτοικοι εξισλαμίσθηκαν (Σπαχήδες) όχι με την βία αλλά από ατομικό συμφέρον, για να έχουν υπό δική τους κυριαρχία την περιοχή που κατοικούσαν. Αργότερα βέβαια διαμορφώθηκε, λόγω των επιγαμιών και ένας ξεχωριστός τύποςατόμων στην περιοχή, ως προς την εμφάνιση και τον χαρακτήρα. Αυτός ο τύπος των ατόμων αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο "ξεχωριστό φύλο"στην περιοχή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά φυσιογνωμικά και πολιτιστικά. Συγκεκριμένα, ενώ οι κάτοικοι αυτοί είχαν εξισλαμισθεί διατηρούσαν τα ήθη και τα έθιμα των Χριστιανών της περιοχής (σε πολλές οικογένειες ακόμη και τη γλώσσα την Ελληνική), με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον χορό Τσάμικο, που ήταν ο Εθνικός χορός των Ελλήνων Χριστιανών όχι μόνο της περιοχής αυτής, αλλά και όλων των Κλεφτών και Αρματολών της Ελλάδος. Επίσης, διατηρούσαν την παλαιά ενδυμασία τους, την Φουστανέλλα, που ήταν η ενδυμασία των Ελλήνων Κλεφτών και Αρματολών και έχει την καταγωγή της στην πολεμική ενδυμασία του μεγαλύτερου ήρωα του Τρωϊκού πολέμου Αχιλλέα(Χαλκοθώρακας) και την πολεμική ενδυμασία των Ελλήνων στις μάχες των Θερμοπυλών του Μαραθώνα, κ.ά (πολεμικοί Θώρακες). Πάρα πολλοί Έλληνες Χριστιανοί, παλαιοί κάτοικοι - γηγενείς, που δεν δέχθηκαν να εξισλαμιστούν αναγκάσθηκαν με την βία να εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή και να εγκατασταθούν σε άλλες περιοχές της Ελλάδος όπως των Αγράφων, τις Παρυφές του Τυμφρηστού, της Θεσσαλίας, της Αιτωλοακαρνανίας, της Ναυπακτίας, της Πελοποννήσου, κ.ά. Άλλοι Έλληνες Θυάμηδες, όπως οι Σουλιώτες, για να ξεφύγουν από τους διωγμούς και την αλλαγή του Θρησκεύματος άφησαν τις περιουσίες τους στην εύφορες πεδιάδες της Παραμυθιάς και του Φαναρίου και ίδρυσαν την Σουλιώτικη Συμπολιτείαστα απάτητα βουνά της Μουργκάνας. Οι συγκρούσεις μεταξύ των παλαιών κατοίκων της περιοχής (των γηγενών Ελλήνων Θυάμηδων - Τσιάμηδων) και των επήλυδων Τουρκαλβανών Μουσουλμάνων Τσάμηδων, καθώς και των εξισλαμισμένων ντόπιων κατοίκων  (γενιτσάρων), ήταν συνεχείς. Στην περιοχή της Παραμυθιάς και του Φαναρίου δέσποζαν επί δύο αιώνες οι φάρες του Ισλιάμ Πρόνιου και του Σουλεϊμάν Τσάπαρη ή Τσαπάρη, οι οποίοι είχαν γίνει τύραννοι για τον τοπικό πληθυσμό και οι μάχες των Σουλιωτών με τις φάρες των Προνιατών και των Τσαπαραίων ήταν σχεδόν καθημερινές.

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι κάτοικοι της "Τσιαμουργιάς" ήταν 70.000 περίπου, από τους οποίους οι 50.000 ήταν Έλληνες Τσιάμηδες - Χριστιανοί και οι υπόλοιποι 20.000 ήταν Τουρκαλβανοί Τσάμηδες - Μουσουλμάνοι. Οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες - Μουσουλμάνοι, είχαν πάντοτε Αλβανική εθνική συνείδηση και ήθελαν να εξαφανίσουν κάθε τι το Ελληνικό.  
   
Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες τάχθηκαν με το μέρος των Τούρκων και σχημάτισαν συμμορίες, η δράση τους όμως εξουδετερώθηκε, από τον Ελληνικό στρατό και από εθελοντικά αντάρτικα σώματα Θεσπρωτών, τον Οκτώβριο του 1912. Μετά την δημιουργία του Αλβανικού κράτους, οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες παρέμειναν στην Ελλάδα και μετά την Μικρασιατική καταστροφή εξαιρέθηκαν καταχρηστικά από την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. [Η σύμβαση ανταλλαγής των πληθυσμών (Συνθήκη της Λωζάνης, 4η ενότητα που υπογράφηκε την 30 -1- 1923), ήταν υποχρεωτική για τους Έλληνες Χριστιανούς που ζούσαν στην Τουρκία και για τους Μουσουλμάνους που ζούσαν στην Ελλάδα, εκτός από τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και τους κατοίκους της Δυτικής Θράκης]Συγκεκριμένα, ενώ είχε συσταθεί η επιτροπή για την ανταλλαγή των Τουρκαλβανών Μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, μάλιστα η επιτροπή συνέταξε και τις καταστάσεις με 17.311 ονόματα Μουσουλμάνων, επενέβη η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας με τον Μουσολίνι, προς την τότε δικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδος με τον Θεόδωρο Πάγκαλο και πέτυχε την ματαίωση της ανταλλαγής των Μουσουλμάνων Τσάμηδων. Η ενέργεια αυτή σήμανε την αφετηρία σειράς προβλημάτων που δημιουργούσε σε βάρος της Ελλάδος, το νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας και η «προστάτιδα» δύναμη των Αλβανών, η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας με τον Μουσολίνι. 

Στις παραμονές του Ελληνοϊταλικού πολέμου (όταν ήδη η Αλβανία από τον Απρίλιο του 1939 είχε καταληφθεί από Ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις και είχε ενσωματωθεί στο Ιταλικό κράτος), ο Μουσολίνι σκηνοθετούσε συνοριακά επεισόδια για να δικαιολογήσει την επίθεση που προετοίμαζε κατά της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, ενέταξε το ζήτημα της "Τσαμουριάς" στο διπλωματικό οπλοστάσιο του, ενθαρρύνοντας φασιστικού τύπου αλυτρωτικές κινήσεις στους χώρους των Τουρκαλβανών Τσάμηδων, που είχαν καταφύγει στην Αλβανία. Χρησιμοποίησε ακόμη και συμμορίες ληστών για να κάνουν "προβοκατόρικες" πράξεις εναντίον της Ελλάδος. Με αφορμή την ύποπτη δολοφονία του Αλβανού ληστή Νταούτ Χότζα, εξαπολύθηκε δριμύτατη επίθεση από τον Ιταλικό τύπο, με πύρινα άρθρα εναντίον της Ελλάδος όπως: «...Ο Αλβανικός πληθυσμός ο υποταγμένος εις την Ελλάδα ευρίσκεται υπό την βαθείαν εντύπωσιν τρομερού πολιτικού εγκλήματος διαπραχθέντος εις την Ελληνοαλβανική μεθόριον. Ο μέγας Αλβανός πατριώτης Νταούτ Χότζα, γεννηθείς εις την αλύτρωτον περιοχήν της Τσαμουργιάς, εδολοφονήθη αγρίως επί Αλβανικού εδάφους πλησίον των συνόρων. Εγνώσθη αργότερον ότι οι δολοφόνοι ήσαν Έλληνες πράκτορες. Ο πληθυσμός της Τσαμουργιάς είναι σήμερον ολιγώτερον παρά άλλοτε διατεθειμένος να υποχωρήσει εις τας Ελληνικάς πιέσεις. Αν η αγάπη προς την Αλβανική πατρίδα ήρκεσε δια να τροφοδοτήση την πίστην της Τσαμουργιάς εις εποχάς αι οποίαι ήσαν τόσο σκοτειναί δια την τύχην της Αλβανίας, σήμερον οι Αλβανοί της Τσαμουργιάς θα εύρουν εις τα ανανεωθέντα πεπρωμένα της μητρός πατρίδος των ακόμη ισχυρότερον λόγον δια να ελπίζουν…». [Ο Νταούτ Χότζα ήταν Αλβανός επικηρυγμένος ληστής, καταζητούμενος επί είκοσι χρόνια για φόνους και ένοπλες ληστείες στην Ελλάδα και στην Αλβανία. Στις 14 Ιουνίου του 1940, δύο άλλοι Αλβανοί από το Μούρσι, ο Πίλο Κότσο του Ντίρνου και ο Ηλία Φότο του Σοτέρ, σκότωσαν πάνω σε καυγά τον Νταούτ Χότζα, ενώ αυτός βρισκόταν στην περιοχή Σέσι. Οι δολοφόνοι συνελήφθησαν αμέσως από τις Ελληνικές αρχές και επειδή οι δολοφόνοι και το θύμα ήταν Αλβανοί υπήκοοι, η Ελλάδα ειδοποίησε τις Αλβανικές αρχές καθώς και τις κατοχικές Ιταλικές αρχές. Οι Αλβανικές αρχές το ανακοίνωσαν με μία λιτή ανακοίνωση δύο μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 10 Αυγούστου του 1940. Την επόμενη ημέρα 11 Αυγούστου 1940, όλες οι Ιταλικές εφημερίδες βγήκαν με πρωτοσέλιδα: "...ο μέγας Αλβανός πατριώτης Νταούτ Χότζα, γεννηθείς εις την αλύτρωτον περιοχήν της Τσαμουργιάς, εδολοφονήθη αγρίως επί Αλβανικού εδάφους πλησίον των συνόρων. Εγνώσθη αργότερον ότι οι δολοφόνοι ήσαν Έλληνες πράκτορες...". Όμως στις 14 Αυγούστου του 1940 το Αθηναϊκό Πρακτορείο μετέδιδε την είδηση με τα ακριβή αίτια του θανάτου του Αλβανού ληστή (και όχι "πατριώτη"), καθώς και το μακροσκελές ποινικό του μητρώο με πάρα πολλές καταδίκες (τέσσερις εις θάνατο), από τα κακουργοδικεία Ιωαννίνων και Πρεβέζης, για φόνους, ληστείες, εκβιασμούς, κ.ά, διαψεύδοντας όλες τις παραπάνω κατηγορίες σε βάρος της Ελλάδος. Την επόμενη ημέρα 15 Αυγούστου 1940 βυθίστηκε το Ελληνικό πολεμικό πλοίο (ΒΠ  Κ/Δ  ΕΛΛΗ), ενώ ήταν αγκυροβολημένο έξω από τον λιμένα της Τήνου όπου συμμετείχε στις εκδηλώσεις του εορτασμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, από το Ιταλικό υποβρύχιο Delfino. Το ίδιο υποβρύχιο αποπειράθηκε στη συνέχεια να τορπιλίσει τα επιβατηγά Έλση και Έσπερος, αλλά ευτυχώς η απόπειρα απέτυχε και οι τορπίλες του Ιταλικού υποβρυχίου κατέστρεψαν μόνο ένα τμήμα του κρηπιδώματος του λιμένος της Τήνου].         

Μετά την Ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, 28 Οκτωβρίου 1940 και την ολιγοήμερη διείσδυση Ιταλικών δυνάμεων σε τμήμα της Θεσπρωτίας, οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες τάχθηκαν στο πλευρό των εισβολέων και στράφηκαν εναντίον του αμάχου Ελληνικού πληθυσμού. Μετά την Ελληνική αντεπίθεση και την υποχώρηση των Ιταλών, έφυγαν προς την Αλβανία και επανήλθαν μετά την συνθηκολόγηση του Γεωργίου Τσολάκογλου και την κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις των Γερμανικών στρατευμάτων. Στη διάρκεια της Ιταλο-γερμανικής κατοχής, οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες, συνεργάσθηκαν με τα στρατεύματα κατοχής και κατέλυσαν τις Ελληνικές αρχές. Στην αρχή είχαν ταχθεί στο πλευρό των Ιταλών και αργότερα έκαναν το ίδιο με τους Γερμανούς. Ντυμένοι με τις στολές των κατακτητών, λήστευαν, βασάνιζαν, ατίμαζαν και τρομοκρατούσαν την ύπαιθρο. Οργάνωσαν μονάδες τρομοκρατικής δράσης και ευθύνονται όχι μόνο για την εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς και του Νομάρχη Βασιλάκου, αλλά και για την εκτέλεση άλλων 800 κατοίκων της περιοχής (από αυτούς οι 231 ήταν γυναίκες που προηγουμένως βιάσθηκαν). Επίσης, ευθύνονται για την λεηλάτηση και την πυρπόληση 2.332 κατοικιών καθώς και για την καταστροφή του κτηνοτροφικού πλούτου της περιοχής (ερημώθηκαν πάνω από 24 χωριά της περιοχής, 500 άτομα στάλθηκαν όμηροι στα Ιωάννινα) κ.ά. Ο Ναπολέων Ζέρβας, απόγονος της Σουλιώτικης οικογένειας των Ζερβαίων, με τις αντιστασιακές ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ, έδωσαν σκληρές μάχες με τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής και τους συνεργάτες τους Τουρκαλβανούς Τσάμηδες, με πάρα πολλούς νεκρούς. Μετά τις μάχες της Μενίνας (17 - 18 Αυγούστου και 20 - 21 Σεπτεμβρίου 1944), όσοι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες είχαν παραμείνει στην περιοχή της Θεσπρωτίας, αναγκάσθηκαν μόνοι τους να εγκαταλείψουν την περιοχή από τον φόβο αντιποίνων, λόγω των μεγάλων εγκλημάτων που είχαν διαπράξει, σε βάρος των Ελλήνων Χριστιανών, κατά την διάρκεια της Ιταλο-Γερμανικής κατοχής. Οι απόγονοι αυτών των Δωσιλόγων Τουρκαλβανών Τσάμηδων, που σήμερα βρίσκονται στην Αλβανία, ίδρυσαν το 1991 στα Τίρανα, αρχικά Πολιτική Οργάνωση και αργότερα Πολιτικό Κόμμα, με την ονομασία ÇHAMËRIA και με σύνθημα: Pas Kosoves, Chamerine ("Μετά το Κόσοβο η Τσαμουριά"), διεκδικούν ολόκληρη την περιοχή της Θεσπρωτίας, με στόχο να την εντάξουν στη "Μεγάλη Αλβανία" και με απώτερο στόχο να εκδιώξουν όλους τους Έλληνες από την Βόρειο και την Νότιο Ήπειρο. Μάλιστα οι Τουρκαλβανοί Τσάμηδες διατείνονται ότι διαθέτουν τον απελευθερωτικό στρατό της Τσαμουριάς (UCC - Ushtria Nacionalclirimtare e Chameria).   

Σήμερα βρίσκονται εγκλωβισμένοι στο Βόρειο τμήμα της αρχαίας Θεσπρωτίας (Βόρειο Ήπειρο), πάνω από 500.000 Έλληνες γηγενείς, που είναι απόγονοι των αρχαίων Θεσπρωτών, των Σελλών ή Ελλών, των Γραικών και των άλλων αρχαίων Ελληνικών φύλων που αναφέρθηκαν παραπάνω και είναι κατ’ ανάγκη Αλβανοί πολίτες. Οι πόλεις Δέλβινο, Χειμάρρα, Άγιοι Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο και άλλες μικρότερες πόλεις και χωριά, κατοικούνται σήμερα (παρά την αλλοίωση) στο μεγαλύτερο μέρος τους από Ελληνικό πληθυσμό, αλλά δυστυχώς έτσι αποφάσισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. 

Στις αρχές του 1913 ο Ελληνικός Στρατός, αφού απελευθέρωσε τα Ιωάννινα, προελαύνοντας προς Βορρά κατέλαβε στις 16 Μαρτίου 1913 το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι, την Κορυτσά και άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις όμως είχαν αναλάβει τη ρύθμιση των συνόρων της Αλβανίας με την Ελλάδα και όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τις δύο χώρες. Έτσι σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913, οι πόλεις Δέλβινο, Χειμάρρα, Άγιοι Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή, Κορυτσά και Αργυρόκαστρο θα εντάσσονταν στην Αλβανία και η Ελλάδα θα έπαιρνε τα νησιά του Αιγαίου. Η Ελλάδα υπέγραψε την Συνθήκη προκειμένου να εξασφαλίσει την αναγνώριση της κυριαρχίας της πάνω στα νησιά του Αιγαίου. Συγκεκριμένα, οι Μεγάλες Δυνάμεις απηύθυναν στην Ελλάδα Υπόμνημα με τα νησιά του Αιγαίου, εκτός από την Τένεδο, την Ίμβρο και το Καστελόριζο και τους ζητούσαν να επιλέξουν. Οι Έλληνες στην απάντησή τους, αφού εξέφρασαν την λύπη της για το ότι ήταν υποχρεωμένοι να απομακρυνθούν από τις περιοχές αυτές που είχαν κατοίκους με Ελληνικό πολιτισμό καιΕλληνική Εθνική Συνείδηση, συμφώνησαν να αποχωρήσει ο στρατός από τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου μέσα στον καθορισμένο χρόνο, με την προϋπόθεση ότι θα δοθούν εγγυήσεις για την προστασία της περιουσίας καθώς και της γλώσσας των κατοίκων στις περιοχές που θα εκκενώσουν. Πριν αρχίσει η αποχώρηση (13 - 02 – 1914), η «Πανηπειρωτική Συνέλευση» στο Αργυρόκαστρο, αποφάσιζε να οργανώσει στρατιωτικές μονάδες με το όνομα «Ιεροί λόχοι» για να αντισταθούν στην εκκένωση της περιοχής και στην ένταξη της Βορείου Ηπείρου στο Αλβανικό κράτος.

Οι Βορειοηπειρώτες θεώρησαν την συμφωνία αυτή προδοσία και πριν αρχίσει η αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, ο Γεώργιος Ζωγράφος, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, στις 28 Φεβρουαρίου 1914, ανακήρυξε στο Αργυρόκαστρο την «Αυτόνομη Δημοκρατία τηςΒορείου Ηπείρου» και καλούσε τους Ηπειρώτες να υπερασπιστούν την ακεραιότητα της Βορείου Ηπείρου και τις Ελευθερίες της από κάθε επίθεση. Την προκήρυξη υπέγραφαν ο Γεώργιος Ζωγράφος, ως πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης και οι Μητροπολίτες Βασίλειος Δρυϊνουπόλεως, Γερμανός Κορυτσάς και Σπυρίδων Βελλάς Κονίτσης, ως μέλη. Αργότερα ο Α. Καραπάνος, έγινε Υπουργός εξωτερικών και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης Υπουργός πολέμου. Με την μεσολάβηση της Διεθνούς Επιτροπής στις 17Μαϊου 1914, επήλθε συμφωνία μεταξύ των Αλβανών και του Ζωγράφου και υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της Κέρκυρας με το οποίο δίδετο «Αυτονομία στη Βόρειο Ήπειρο». Το πρωτόκολλο της Κέρκυρας έδινε ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της Βορείου Ηπείρου, αλλά προτού τεθεί σε εφαρμογή κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και στην Αλβανία δημιουργήθηκε μία χαώδης κατάσταση. Η Ιταλία επωφελούμενη από την χαώδη κατάσταση που επικρατούσε στην Αλβανία κατέλαβε εδάφη της Αλβανίας (το νησί Σάσωνα, την Αυλώνα και άλλες περιοχές). Η αναρχία που επικρατούσε στην Αλβανία και την Βόρειο Ήπειρο είχε μετατρέψει αυτή την περιοχή σε πεδίο ληστρικών επιδρομών και βιαιοτήτων εναντίον του Χριστιανικού πληθυσμού εκ μέρους των φανατικών Μουσουλμάνων Τουρκαλβανών ατάκτων. Για το λόγο αυτό ήταν επιτακτική ανάγκη να επιτραπεί στην Ελληνική Κυβέρνηση να στείλει στρατεύματα  στο Αργυρόκαστρο και σε άλλες πόλεις της Βορείου Ηπείρου για να εμποδίσει τις σφαγές.

Τον Οκτώβριο του 1914 ο Ελληνικός Στρατός, με την συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, κατέλαβε την Βόρειο Ήπειρο, με τον όρο ότι η κατοχή θα ήταν προσωρινή. Αργότερα στις 26 Απριλίου 1915 με την Συνθήκη του Λονδίνου, οι Μεγάλες Δυνάμεις της Αντάντ, για να παρακινήσουν την Ελλάδα να προσχωρήσει στον πόλεμο πρόσφεραν την Βόρειο Ήπειρο στην Ελλάδα, εκτός από την Αυλώνα. Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, που αναδείχθηκε τον Δεκέμβριο του 1915, οι Βορειοηπειρώτες έστειλαν τους δικούς τους αντιπροσώπους και η Ελληνική Κυβέρνηση τον Μάρτιο του 1916 προσάρτησε επίσημα τη Βόρειο Ήπειρο στο Ελληνικό Βασίλειο. Η Ιταλία διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την ενέργεια, με συνέπεια οι Μεγάλες Δυνάμεις να κάνουν συστάσεις προς την Ελληνική Κυβέρνηση, για να εμποδίσει την συμμετοχή των αντιπροσώπων της Βορείου Ηπείρου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Η εσωτερική διαμάχη (διχασμός 1916) στην Ελλάδα και η ένταση των σχέσεων ανάμεσα στην Αντάντ και την Ελληνική Κυβέρνηση, βοήθησε την Ιταλία να προωθήσει τα κατακτητικά της σχέδια. Οι Ιταλοί επέκτειναν την κατοχή τους εκτός από τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου και σε περιοχές των Ιωαννίνων. Η κατάσταση έγινε πολύ σοβαρή, ιδιαίτερα επειδή οι Ιταλικές αρχές δεν περιορίστηκαν μόνο στην στρατιωτική κατάληψη των παραπάνω περιοχών, αλλά προχώρησαν και στην κατάργηση των Ελληνικών αρχών. Κατέβασαν τις Ελληνικές σημαίες και ύψωσαν στη θέση τους τις Ιταλικές. Στις 3 Ιουνίου του 1917, ο Διοικητής της Ιταλικής στρατιάς στην Αλβανία διακήρυξε την ενότητα της Αλβανίας κάτω από την προστασία του Βασιλιά της Ιταλίας. 

Στις 13 Ιανουαρίου του 1920, κατά την επίσημη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου των Συμμάχων στο Παρίσι, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, και οι Ιταλοί συμφώνησαν να παραχωρηθεί η Βόρειος Ήπειρος στην Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή δεν εφαρμόσθηκε ποτέ και αργότερα η νέα «Πρεσβευτική» συνδιάσκεψη που έγινε στις 9Νοεμβρίου του 1921, όρισε τα Ελληνοαλβανικά σύνορα σύμφωνα με το «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» της 17ηςΔεκεμβρίου 1913και έτσι ή Βόρειος Ήπειρος δόθηκε οριστικά στην Αλβανία. Προηγουμένως όμως, στις2 Δεκεμβρίου1920, ο αντιπρόσωπος της Αλβανίας Φάν Νόλι, είχε δηλώσει στην «Κοινωνία τωνΕθνών», ότι η Αλβανία αναλάμβανε την υποχρέωση να σεβαστεί τα δικαιώματα του Ελληνικού πληθυσμού στην Βόρειο Ήπειρο. Η Ελληνική Κυβέρνηση, ύστερα από την διευθέτηση των συνόρων επεδίωξε με κάθε τρόπο μία Ελληνο-αλβανική συνεργασία και καλή γειτονία.Αυτός ήταν ένας από τους λόγους (ο άλλος ήταν η παρέμβαση του Μουσολίνη) που ο Θεόδωρος Πάγκαλος κράτησε καταχρηστικά στην Ελλάδα,σαν Αλβανική μειονότητα, τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, αντί να τους στείλει στην Τουρκία, όπως προέβλεπε η Ελληνοτουρκική Σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών της 30ης Ιανουαρίου του 1923 (Συνθήκη της Λωζάνης).  

Οι Αλβανοί δεν τήρησαν τις Συμφωνίες και άρχισαν ένα πρόγραμμα αφελληνισμού στη Βόρειο Ήπειρο. Τα Ελληνικά σχολεία που είχαν γνωρίσει μεγάλη ακμή κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας και που ο αριθμός τους στην περίοδο των Βαλκανικών πολέμων ξεπερνούσε τα 200, σιγά σιγά άρχισαν να ελαττώνονται. Το 1925- 26 ο αριθμός τους ήταν 78 και το 1932 ήταν μόνο 10. Την ίδια περίοδο η Αλβανική Κυβέρνηση διόρισε δασκάλους Μουσουλμάνους να διδάσκουν την Αλβανική στα Ελληνικά σχολεία. Αυτό ανάγκασε την Ελληνική Κυβέρνηση να προσφύγει στην Κοινωνία των Εθνών. Η υπόθεση έφθασε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου η Ελλάδα δικαιώθηκε και οι Αλβανοί αναγκάσθηκαν να ξανανοίξουν μερικά σχολεία.

Εκτός από τον εκπαιδευτικό διωγμό πραγματοποιήθηκε και θρησκευτικός διωγμός. Η Αλβανική Κυβέρνηση έκοψε τους δεσμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας από το Πατριαρχείο, οι Επίσκοποι εκπατρίστηκαν και οι Εκκλησίες έκλεισαν. Η ανθελληνική πολιτική της Αλβανίας συνεχίσθηκε και μετά την ένωση της Αλβανίας με την Ιταλία το 1939. Ιδιαίτερα πριν από την Ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, οι Αλβανοί άρχισαν άγριους διωγμούς του Ελληνικού πληθυσμού.

Κατά την διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλος αριθμός προσωπικοτήτων από όλες τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου φυλακίσθηκαν και εξορίστηκαν για να τρομοκρατηθεί ο Ελληνικός πληθυσμός. Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου δεν έπαψαν να διώκονται από τους συνεργάτες των Ιταλών και των Γερμανών και μετά την αποχώρηση των Αρχών κατοχής το 1943. Περισσότερες διώξεις είχαν οι Βορειοηπειρώτες Έλληνες, από τους Τουρκαλβανούς Τσάμηδες που έφυγαν από την Ελλάδα, μετά την αποχώρηση των Ιταλογερμανών και εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Βορείου Ηπείρου.

Όπως προαναφέρθηκε, η Βόρειος Ήπειρος (σημερινή Νότιος Αλβανία), είναι τμήμα της αρχαίας Θεσπρωτίας και κατοικείται αδιαλείπτως, από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα, από Ελληνικά φύλα. Ο εποικισμός που έγινε κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας με Μουσουλμανικό πληθυσμό, εκτός από την μικρή επίδραση που είχε στη γλώσσα, με την χρήση της «Αρβανίτικης» διαλέκτου (κράμα Λατινικής, Αλβανικής και Ελληνικής), δεν είχε καμία άλλη επίδραση στους «αυτόχθονες Έλληνες Βορειοηπειρώτες» και για το λόγο αυτό διατήρησαν μέχρι σήμερα την Ελληνική τους Εθνική συνείδηση. Οι 17.311 επήλυδες Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας, σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης (Τέταρτη Ενότητα Αρθ. 2) που αφορά Ανταλλαγή Πληθυσμών μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας,που υπογράφηκε την30 Ιανουαρίου του 1923, έπρεπε να είχαν μεταφερθεί στην Τουρκία, αλλά η τότε Ελληνική Κυβέρνηση, αφενός για λόγους καλής γειτονίας και συνεργασίας με την Αλβανική Κυβέρνηση και αφετέρου λόγω της Ιταλικής παρέμβασης, κράτησε «χαριστικά» στην Ελλάδα αυτή την Μουσουλμανική μειονότητα.   

Αυτό ήταν λάθος διπλωματικό και πολιτικό και τα αποτελέσματα φάνηκαν πολύ αργότερα. Όταν αυτή η μειονότητα των 17.311 Μουσουλμάνων Τουρκαλβανών Τσάμηδων, [που οι επήλυδες προγονοί τους εγκαταστάθηκαν στην Θεσπρωτία στις αρχές του 17ου αιώνα μετά το αποτυχημένο κίνημα του Επισκόπου Λαρίσης και Τρίκκης Διονυσίου του Φιλοσόφου, προκειμένου να αλλοιώσουν τον Ελληνικό πληθυσμό της περιοχής και να μειώσουν την δύναμη των Σουλιωτών, που ήταν απειλή εναντίον των Τούρκων], διεκδικούν σήμερα ολόκληρη την περιοχή της αρχαίας Θεσπρωτίας. Συγκεκριμένα, απόγονοι αυτής της μειονότητας των εποίκων Μουσουλμάνων Τσάμηδων και ορισμένοι απόγονοι των εξισλαμισμένων και εξαλβανισμένων ντόπιων κατοίκων - γενιτσάρων, δημιούργησαν το 1991 στα Τίρανα Πολιτική Οργάνωση και αργότερα Πολιτικό Κόμμα, με την ονομασία "ΤΣΑΜΕΡΙΑ - CHAMERIA" (από την ονομασία της Τσαμουργιάς - Θυαμουργιάς - Θυαμεριάς) και διεκδικούν ολόκληρη την Θεσπρωτία, προκειμένου να την εντάξουν στη Μεγάλη Αλβανία. Όμως η περιοχή αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί ποτέ να ενταχθεί στη Μεγάλη Αλβανία, διότι ήταν πάντοτε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας, από τους Προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα και μάλιστα ήταν η «κοιτίδα του Ελληνισμού».

Όσον αφορά την διεκδίκηση περιουσιών, από τους Μουσουλμάνους Τουρκαλβανούς Τσάμηδες, δεν είναι μόνο η συνθήκη της Λωζάνης (30 Ιανουαρίου του 1923)που απαγορεύει οποιαδήποτε αποζημίωση, αλλά είναι και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων με τις οποίες δημεύτηκαν αυτές, λόγω των εγκλημάτων που διέπραξαν σε βάρος των Ελλήνων κατοίκων της Θεσπρωτίας, από το 1939 έως το 1944 (εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς, του Νομάρχη Βασιλάκου, άλλων 800 πολιτών, καθώς και την πυρπόληση 2.332  κατοικιών κ.ά ). Συγκεκριμένα από το Ειδικό Δικαστήριο των Ιωαννίνων, κατά πάντα νόμιμο και διεθνώς αναγνωρισμένο, εξεδόθησαν μέχρι το 1948 χίλιες επτακόσιες (1700) και πλέον καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος των εγκληματιών Τσάμηδων. Γνωστότερη όλων των αποφάσεων αυτών είναι η υπ'αριθ' 344 /23 - 5 - 1945 Απόφαση. Στη συνέχεια επακολούθησε η στέρηση της Ελληνικής ιθαγένειας των καταδικασθέντων, με την υπ' αρίθ' Α.Π. 5086 /47 Απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών, καθώς και Δήμευση των Περιουσιών τους (Β.Δ. 2185 / 1952 και Ν.2781//54), που διατέθηκαν στα θύματα της θηριωδίας τους και σε ακτήμονες, σύμφωνα με τις διεθνείς ανάλογες διατάξεις. Επίσης, το 1923 και 1924 έφθασαν στην περιοχή της Θεσπρωτίας 18.000 πρόσφυγες "ανταλλάξιμοι" Έλληνες Χριστιανοί της Μικράς Ασίας και σύμφωνα με την συνθήκη της Λωζάνης, "περί υποχρεωτικών απαλλοτριώσεων", εγκαταστάθηκαν σε κατοικίες και χωράφια των 17.311 "ανταλλάξιμων" Μουσουλμάνων Τσάμηδων. Μάλιστα ορισμένοι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες έσπευσαν να πωλήσουν σε Έλληνες Χριστιανούς "γείτονές τους" γη, σπίτια και περιουσιακά στοιχεία που έτσι και αλλιώς κινδύνευαν να τα χάσουν από τις απαλλοτριώσεις και τους υποχρεωτικούς, "περί της αποκαταστάσεως των προσφύγων", νόμους. Όλοι αυτοί οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, στη συνέχεια, όταν διευθετήθηκε το ζήτημα της παραμονής τους στην περιοχή, βρέθηκαν χωρίς περιουσία και αναγκάσθηκαν για λόγους βιοποριστικούς να "εκπατριστούν" οικιοθελώς όχι προς την Τουρκία πλέον, αλλά προς την γειτονική Αλβανία. Συνεπώς σήμερα δεν υπάρχουν περιουσίες προς διεκδίκηση από τους απογόνους των Μουσουλμάνων Τουρκαλβανών Τσάμηδων και τους απογόνους των εξισλαμισμένων και εξαλβανισμένων ντόπιων κατοίκων - γενιτσάρων. Επίσης, ΔΕΝ υπάρχουν αποζημιώσεις περιουσιών, διότι η συνθήκη της Λωζάνης απαγορεύει οποιαδήποτε αποζημίωση για τους "ανταλάξιμους" Χριστιανούς Έλληνες της Μικράς Ασίας και τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας. Σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε και ο Μουσουλμάνοι Κρητικοί που έφυγαν από την Κρήτη και πήγαν στο Κουσάντασι της Μικράς Ασίας να ζητήσουν αποζημιώσεις, όπως και οι Χριστιανοί Έλληνες που έφυγαν από την Μικρά Ασία και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα να ζητήσουν αποζημιώσεις από την Τουρκία κ.ο.κ.            

Αυτή είναι η αλήθεια για τους «Θυάμηδες» (Τσιάμηδες ή Τσάμηδες) και την «Τσαμουριά» (Θυαμουργιά ή Θυαμεριά) Αλβανικά = CHAMERIA Ή CAMERIA, όπως προκύπτει τόσο από τα αρχαία Ιστορικά κείμενα, όσο και από τα Επίσημα Αρχεία του Κράτους. Ότι άλλο λέγεται και γράφεται, από εκείνους που υποστηρίζουν διάφορα ξενοκίνητα αυτονομιστικά εγχειρήματα, είναι εκ’ του πονηρού και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των σημερινών κατοίκων του Νεοσύστατου (1912) κράτους της Αλβανίας, ότι δηλαδή είναι απόγονοι των αρχαίων Ιλλυριών και ότι η αρχαία Ιλλυρία έφθανε μέχρι την Άρτα και την Πρέβεζα είναι μεγάλο ψέμα. Πρώτον διότι σύμφωνα με όλους τους αρχαιολόγους, γλωσσολόγους, ιστορικούς, αρχαίους Χάρτες κ.λ.π, η αρχαία Ιλλυρία βρισκόταν στην περιοχή που αντιστοιχεί σήμερα ανάμεσα στη Βόρεια σημερινή Αλβανία (πάνω από το Δυρράχιο και το Ελμπασάν), το σημερινό Μαυροβούνιο, μέρος της σημερινής Κροατίας, της Σερβίας και FYROM (Βλ. Χάρτη της αρχαίας Ιλλυρίας). Και δεύτερον, διότι σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς: Στράβωνας (Ζ. 7. 5-6), Πτολεμαίος (Γ. 14), Πολύβιος (Δ. 61), κ.α, το Βασίλειον του Πύρρου εκτεινόταν: Νότια μέχρι την σημερινή Πρέβεζα και Βόρεια μέχρι το Ελμπασάν της σημερινής Αλβανίας. Συνεπώς η σημερινή Νότ. Αλβανία (Βόρειος Ήπειρος) ήταν Ελληνική περιοχή και ανήκε στο Βασίλειο του Πύρρου.              
Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ολόκληρη η Δυτική Φθιώτιδα και ιδιαίτερα οι ορεινές περιοχές, από τις παρυφές του Τυμφρηστού έως τα Βαρδούσια και τη Οίτη, είχαν κατακλυσθεί από Σουλιώτες και Παρασουλιώτες Τσιάμηδες (Σούλι, Παρασούλι, Μαργαρίτι, Φανάρι, Παραμυθιά, κ.λ.π), οι οποίοι ήταν Ελληνικότατοι των Ελλήνων. Πρωτοστάτησαν στον αγώνα της Εθνικής Επαναστάσεως και έλαβαν μέρος σε όλες τις μάχες των Ελλήνων με τους Τούρκους. Είχαν παθολογική αγάπη για την Ελλάδα και το απέδειξαν με το αίμα τους που έδωσαν για την ανεξαρτησία της. Ο Ελληνισμός οφείλει πολλά στην φιλότιμη προσπάθειά τους και τον άκρατο πατριωτισμό τους. Ένας απ’αυτούς τους Έλληνες Τσιάμηδες, ήταν και ο Οπλαρχηγός Τσάμ’(ης) Καλόγηρος, που έδρασε στην περιοχή του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό "Βέλλιανη" της Παραμυθιάς και προφανώς πριν γίνει κλεφταρματολός ήταν καλόγηρος σε κάποιο Μοναστήρι, γι'αυτό είχε το παρωνύμιο "Τσάμ'(ης) Καλόγηρος". Το μικρό του όνομα ήταν Χρήστος αλλά έγινε γνωστός με το παρωνύμιο "Τσάμ'(ης) Καλόγηρος". Ήταν τρόφιμος στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι, μαζί με τα 70 παλικάρια του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Μεταξύ των παλικαριών του ήταν ο Διάκος, ο Σκαλτσοδήμος και ο Γούλας, (πρόγονος των Μαστρογουλαίων σημερινών Μαστρογιανναίων στό Παλαιοχώρι). Σύμφωνα με την παράδοση, όταν τραυματίσθηκε στη μάχη της Ζελίστας και πριν ξεψυχήσει στις πλαγιές της Οξυάς, όπου τον είχε μεταφέρει στους ώμους του ο Αθανάσιος Διάκος, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, υπέδειξε για διάδοχό του τον νεαρό τότε Αθανάσιο Διάκο και μπροστά σε όλα τα παλικάρια του λέει: «...Από σήμερα το Θανάση Διάκο θα τον έχετε για πρώτο παλικάρι στον ταϊφά. Αν και είναι μικρός στα χρόνια είναι μεγάλος στην παλικαριά !!! Του ταιριάζει ακόμη και για καπετάνιος...» (Τάκης Λάπας, «ο Ήρωας της Αλαμάνας») . 

Ο Γιάννης Δ. Παπαναγιώτου στο βιβλίο του, “ο Αϊ-Λιάς του Παλιοχωριού”, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: «... Η παράδοση μας μιλάει, ότι στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, πέρα από τους άλλους Κλέφτες, συχνοδιάβαινε και ο Τσάμ’ Καλόγερος με τ’ασκέρι του, που έφτανε τα εβδομήντα παλληκάρια, ανάμεσα σ’αυτά διακρίνονταν και ο Σκαλτσοδήμος. Ίσως γιατί ο Τσάμ’ Καλόγερος να γνώριζε το Μοναστήρι από τότε που και ο ίδιος ήταν καλόγερος, ή να συνδεόταν φιλικά με τον Ηγούμενο και τους καλογέρους του. Πέρα όμως από κάθε εκδοχή, το Μοναστήρι στις παραμονές της Εθνικής μας Εξέγερσης έγινε αποκούμπι του Τσάμ’ Καλόγηρου γέννημα της Ηπείρου και Αρχικλέφτη του Λιδωρικιού, που ενοχλούσε με τ’ασκέρι του, εδώ, κι εκεί τα Τούρκικα μπουλούκια. Στο μεγάλο κατατρεγμό της κλεφτουργιάς της Στερεάς Ελλάδας από τον Γιουσούφ Αράπη (1783 -1820) και μετά από τις δύο ηρωϊκές μάχες, στην Γραμμένης Οξυά και στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, το 1794, το Μοναστήρι κατηγορείται για συνεργασία και απόκρυψη του αρχικλέφτη Τσάμ’ Καλόγερου. Τούτο άναψε την οργή του αιμοχαρή Γιουσούφ Αράπη, που βάλθηκε να κάψει το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία και να χαλάσει τον Τσάμ’ Καλόγερο και τον ταϊφά του...». 

Στα Πουγκάκια και το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος, εγκαταστάθηκαν πάρα πολλοί Τσάμηδες (Παρα-θυάμηδες), Σουλιώτες και Παρασουλιώτες, κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα μετά το 1803 – 1804, όταν οι Σουλιώτες αναγκάσθηκαν από τον Αλή πασά να εγκαταλείψουν το Σούλι. Αυτοί είναι οι Έλληνες Τσιάμηδες, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τους Τουρκαλβανούς Μουσουλμάνους Τσιάμηδες. Είναι οι γνήσιοι Τσιάμηδες (Θυάμηδες) που οι προγονοί τους κατοικούσαν γύρω από τον Θύαμι ποταμό χιλιάδες χρόνια πριν την Τουρκοκρατία. Είναι οι Σουλιώτες και Παρασουλιώτες Τσιάμηδες που είχαν και έχουν την ίδια γλώσσα, ήθη, έθιμα, Θρησκεία και ενδυμασία με τους άλλους Έλληνες. Σήμερα στα Πουγκάκια, στο Παλαιοχώρι, στο Γαρδίκι, στα Κανάλια, στη Λευκάδα και σε άλλα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδος, υπάρχουν πολλές οικογένειες που έχουν Τσιάμικη καταγωγή και δεν το γνωρίζουν. Θα αναφέρω ενδεικτικά τους απογόνους του Τσάμ'(η) Καλόγηρου και τα πρωτοπαλίκαρα του, Γούλα (Μαστρογούλα) και Μπίκα (Σπερχειάδα), που κατάγονταν από το χωριό "Βέλλιανη" της Παραμυθιάς. Επίσης, τον Γεώργιο Παπαγεωργίου ή Παπαγεωργόπουλο, τον Νικόλαο Παπαγιάννη (Κοντονίκο) και τον Δημήτριο Δανιήλ, που κατάγονταν από την περιοχή της Θεσπρωτίας (Σούλι & Παρασούλι) και εγκαταστάθηκαν στο Παλαιοχώρι όταν παντρεύτηκαν τις κόρες του Κώστα Παπαναγιώτου – "Κουδούνα" (Μαρία, Βασιλική και Αγγελική). Έφθασαν στο Παλαιοχώρι (που μέχρι το 1946 ήταν συνοικισμός των Πουγκακίων) στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν εκδιώχθηκαν από τους Τουρκαλβανούς Μουσουλμάνους Τσιάμηδες της Θεσπρωτίας. Όπως ισχυρίζετο ο Ελευθέριος Νικ. Παπαγιάννης (που ήταν απόγονος του Σουλιώτη Τσιάμη Νίκου Παπαγιάννη), ο Δημήτριος Δανιήλ πριν εγκατασταθεί στο Παλαιοχώρι (για ένα διάστημα κατοικούσε στο Καροπλέση της Ευρυτανίας), είχε σκοτώσει ένα Τουρκαλβανό στην περιοχή της Θεσπρωτίας και καταδιώκετο από τους Τούρκους.

Ο Μιχαήλ Περάνθης στο βιβλίο του "Σουλιώτες" μεταξύ άλλων αναφέρει: «... Ολομεσής στέκεται ο Φώτο Τζαβέλλας, με τον Κολέτζη Μαλάμο. Τον άλλο τόπο τον έχουν μοιρασμένο σε Πάσχο, Λάλα, Παπαγιάννη και άλλους καπεταναίους...». Δεν γνωρίζουμε βέβαια αν ο Νίκος Παπαγιάννης (Κοντο-νίκος) είχε σχέση με την Σουλιώτικη οικογένεια (φάρα) του Καπετάνιου Παπαγιάννη, που αναφέρει ο Μιχαήλ Περάνθης στο βιβλίο του "Σουλιώτες". Γνωρίζουμε όμως ότι οι Παπαγιανναίοι ήταν Σουλιώτες Τσιάμηδες και ότι έφθασαν στην περιοχή του Παλαιοχωρίου μαζί με τους άλλους Σουλιώτες, όταν τους έδιωξε ο Αλή πασάς από το Σούλι το 1803-1804. Την ίδια περίοδο είχε εγκατασταθεί στην περιοχή των Πουγκακίων και ο Πούγκας Κοντογιάννης. Αυτό προκύπτει από την κατάσταση των στρατιωτών του 50αρχη Ιωαν. Μαργαρίτη, που βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Βλ. Σελίδα: Σελλάκια ή Σουλάκια. Αγωνιστές του 1821 από Παλαιοχώρι και Πουγκάκια). Μάλιστα μία εκδοχή για την ονομασία των Πουγκακίων είναι και αυτή που θέλει το όνομα του χωριού να προέρχεται από τα παιδιά του Πούγκα = Τα "Πουγκάκια". Επίσης, το επώνυμο Μαργαρίτης μας παραπέμπει στην περιοχή Μαργαρίτι της Θεσπρωτίας (Θυαμουριάς ή Τσιαμουριάς). 

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθώ και στον"Εθνικό χορό των Ελλήνων" τον "Τσάμικο ή Κλέφτικο", με τον οποίο ήταν δεμένοι οι αγώνες των Ελλήνων στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο χορός αυτός χορευόταν από τους σκλαβωμένους Έλληνες πάνω στα βουνά, όπου οι Κλέφτες και Αρματολοί δεν είχαν άλλο μέσον εκδήλωσης των καημών τους, της δίψας για την λευτεριά και της ανάτασης της ψυχής τους. Ο χορός αυτός είναι Ελληνικότατος, το όνομά του το οφείλει στους Έλληνες Τσιάμηδες και είναι άγνωστος στους Αλβανούς ακόμη και σήμερα. Διαδόθηκε αρχικά στους Κλέφτες και Αρματολούς και αργότερα σε όλους τους Έλληνες, από τους Έλληνες Τσιάμηδες της Θεσπρωτίας. Συγκεκριμένα, μετά το αποτυχημένο κίνημα του Μητροπολίτη Διονυσίου του Φιλοσόφου, το 1611, οι Έλληνες Τσιάμηδες ("Παρα-θυάμηδες") για ν'αποφύγουν τις άγριες διώξεις των Τούρκων και τον υποχρεωτικό εξισλαμισμό, εγκατέλειψαν την Θεσπρωτία και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Θεσσαλία, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος. Επίσης, ο τσάμικος χορός διαδόθηκε σε όλους τους Έλληνες και από τους Σουλιώτες, όταν αυτοί αναγκάσθηκαν από τον Αλή πασά, το 1803, να εγκαταλείψουν το Σούλι και εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδος. Τον τσάμικο χορό τον συναντάμε σε διαφορετικό αριθμό βημάτων (8 ή 10, 12, 14 και 15 βήματα) από περιοχή σε περιοχή (βλ. Βίντεο Μαθηματα Χορού). Στα ορεινά της Ρούμελης για παράδειγμα προτιμούν τα 8 βήματα, ενώ στην Πελοπόννησο τον χορεύουν με 14. Είναι ο πιο λεβέντικος και χαρακτηριστικός απ' όλους τους Ελληνικούς χορούς. Εκφράζει τη λεβεντιά, την παλικαριά και την αντρειοσύνη. Είναι χορός με πολλές φιγούρες, άλματα, ψαλίδια, χτυπήματα και γονατίσματα. Παλαιότερα ήταν μόνο ανδρικός χορός, σήμερα χορεύεται και από γυναίκες που σχηματίζουν εσωτερικά ημικύκλιο μπροστά από τους άνδρες. Φιγούρες εκτελεί μόνο ο πρώτος άνδρας, ενώ οι υπόλοιποι (άνδρες και γυναίκες) ακολουθούν με τα απλά βήματα του χορού.         
Έρευνα - Επιμέλεια κειμένου : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  Ν.  ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

        Βλ. Βίντεο: "Κίνησαν τα Τσιαμόπουλα τα Σαρακατσανόπουλα να πάν' στο πέρα μαχαλά..."